Παραγραφή φορολογικών υποθέσεων: Πότε η ΑΑΔΕ μπορεί να φτάσει στη 10ετία – Τι αλλάζει μετά τη νέα απόφαση του ΣτΕ

Νέα δεδομένα στις παλαιές φορολογικές υποθέσεις δημιουργεί απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα για χιλιάδες φορολογούμενους: πότε μια υπόθεση κλείνει στην πενταετία και πότε η ΑΑΔΕ μπορεί να συνεχίσει τον έλεγχο έως και δέκα χρόνια.

Η απόφαση 365/2026 του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ αφορά υπόθεση εταιρείας στην οποία είχαν καταλογιστεί διαφορές ΦΠΑ για τις χρήσεις 2004 και 2005, μαζί με πρόσθετο φόρο και πρόστιμα.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της εταιρείας, με ένα από τα καθοριστικά ζητήματα που εξετάστηκαν να είναι πότε ακριβώς περιήλθαν σε γνώση της φορολογικής διοίκησης τα στοιχεία από τα οποία προέκυπταν οι φορολογικές παραβάσεις.

Και αυτό είναι το σημείο που μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία και για άλλες εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις.

Ο βασικός κανόνας της πενταετίας

Η πενταετής παραγραφή παραμένει ο βασικός κανόνας.

Αυτό σημαίνει ότι η νέα δικαστική απόφαση δεν δίνει στην ΑΑΔΕ ένα γενικό δικαίωμα να ανοίγει όλες τις παλαιές φορολογικές υποθέσεις μέχρι τη συμπλήρωση δεκαετίας.

Υπάρχουν, όμως, συγκεκριμένες εξαιρέσεις.

Μία από τις σημαντικότερες αφορά τα λεγόμενα «συμπληρωματικά στοιχεία».

Εφόσον μετά την πάροδο της αρχικής περιόδου προκύψουν πραγματικά νέα στοιχεία, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να βρίσκονται προηγουμένως σε γνώση της φορολογικής διοίκησης και είναι ικανά να αποκαλύψουν φορολογική παράβαση, μπορεί –υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις– να ενεργοποιηθεί μεγαλύτερος χρόνος παραγραφής.

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης.

Πότε μπορεί ο έλεγχος να φτάσει στη δεκαετία

Το κρίσιμο δεν είναι απλώς να εμφανιστεί ένα στοιχείο το οποίο η φορολογική αρχή χαρακτηρίζει «νέο».

Πρέπει να εξεταστεί τι είναι αυτό το στοιχείο, πότε έγινε γνωστό στην ΑΑΔΕ και εάν μπορούσε να είχε περιέλθει σε γνώση της νωρίτερα.

Η χρονική στιγμή επομένως αποκτά καθοριστική σημασία.

Δεν αρκεί μια υπηρεσία να επικαλεστεί εκ των υστέρων την ύπαρξη πρόσθετων πληροφοριών για να παρατείνει αυτομάτως τον χρόνο μέσα στον οποίο μπορεί να καταλογίσει φόρους και πρόστιμα.

Για να εφαρμοστεί η εξαίρεση, πρέπει να συντρέχουν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία και έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία.

Γιατί η απόφαση ενδιαφέρει ιδιαίτερα την ΑΑΔΕ

Η σημασία της απόφασης ξεπερνά τη συγκεκριμένη εταιρεία.

Υπάρχουν παλαιές φορολογικές υποθέσεις στις οποίες το βασικό σημείο αντιδικίας μεταξύ φορολογουμένου και ΑΑΔΕ είναι ακριβώς η παραγραφή του δικαιώματος ελέγχου και καταλογισμού φόρων.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η φορολογική διοίκηση μπορεί να επιχειρήσει να στηριχθεί στην ύπαρξη συμπληρωματικών στοιχείων προκειμένου να υποστηρίξει ότι η υπόθεση εξακολουθεί να είναι ελέγξιμη.

Αυτό, ωστόσο, θα πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση.

Δεν προκύπτει, δηλαδή, ένας γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η πενταετία μετατρέπεται πλέον σε δεκαετία για όλους.

Το «κλειδί» είναι τα συμπληρωματικά στοιχεία

Για έναν φορολογούμενο που βρίσκεται αντιμέτωπος με έλεγχο παλαιάς χρήσης, το σημαντικό ερώτημα γίνεται πλέον:

Ποιο είναι ακριβώς το νέο στοιχείο που επικαλείται η φορολογική διοίκηση;

Και αμέσως μετά:

Πότε απέκτησε πρόσβαση σε αυτό;

Εάν το στοιχείο βρισκόταν ήδη στη διάθεση των φορολογικών αρχών ή μπορούσε να έχει εντοπιστεί εγκαίρως μέσα από πληροφορίες που αυτές διέθεταν, το ζήτημα της εφαρμογής της μεγαλύτερης παραγραφής μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής δικαστικής αντιπαράθεσης.

Αντίθετα, εάν αποδειχθεί ότι πρόκειται πράγματι για μεταγενέστερο στοιχείο που δεν μπορούσε να είναι γνωστό νωρίτερα και αποκαλύπτει φορολογική παράβαση, τότε δημιουργούνται διαφορετικά δεδομένα για τον χρόνο ελέγχου.

Τι γίνεται με τα μισθολογικά αναδρομικά

Ένα ακόμη ενδιαφέρον ζήτημα είναι εάν η απόφαση 365/2026 μπορεί να επηρεάσει έμμεσα διαφορές σχετικά με φορολογικές αξιώσεις από μισθολογικά αναδρομικά.

Στις συγκεκριμένες υποθέσεις υπάρχει ήδη σημαντική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, με χαρακτηριστικές τις αποφάσεις 616, 617 και 618 της Ολομέλειας.

Επομένως, χρειάζεται προσοχή: η νέα απόφαση του Β΄ Τμήματος δεν σημαίνει αυτομάτως ανατροπή όσων έχουν κριθεί για άλλες κατηγορίες φορολογικών διαφορών.

Μπορεί, όμως, να αποκτήσει σημασία ως προς την ερμηνεία του πότε ένα στοιχείο θεωρείται νέο ή συμπληρωματικό και πότε ακριβώς περιήλθε σε γνώση της φορολογικής αρχής.

Τι πρέπει να προσέχουν όσοι έχουν παλιές φορολογικές εκκρεμότητες

Για τους φορολογούμενους με ανοιχτές υποθέσεις παλαιότερων ετών, η επίκληση της παραγραφής δεν μπορεί να εξετάζεται πλέον μόνο με βάση το ημερολόγιο.

Χρειάζεται να εξετάζεται το ιστορικό της υπόθεσης: πότε δημιουργήθηκε η φορολογική υποχρέωση, πότε έληγε κανονικά η προθεσμία ελέγχου, ποια στοιχεία είχε στη διάθεσή της η φορολογική διοίκηση και ποια εμφανίστηκαν αργότερα.

Αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για το εάν ένας καταλογισμός φόρου είναι εμπρόθεσμος ή εάν αφορά ήδη παραγεγραμμένη χρήση.

Η πενταετία δεν καταργείται

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα από τη νέα εξέλιξη.

Η απόφαση 365/2026 δεν καταργεί τον βασικό κανόνα της πενταετούς παραγραφής ούτε μετατρέπει αυτομάτως όλες τις φορολογικές υποθέσεις σε δεκαετούς διάρκειας.

Αναδεικνύει, όμως, πόσο κρίσιμος μπορεί να γίνει ο χαρακτηρισμός μιας πληροφορίας ως «συμπληρωματικού στοιχείου» και κυρίως η απόδειξη του χρόνου κατά τον οποίο αυτή έγινε γνωστή στις φορολογικές αρχές.

Για όσους έχουν παλαιές εκκρεμότητες με την Εφορία, αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα σημεία της αντιπαράθεσης με την ΑΑΔΕ και, τελικά, της κρίσης των διοικητικών δικαστηρίων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ