Η κυβέρνηση έβαλε έναν εντυπωσιακό αριθμό στο τραπέζι της ΔΕΘ: μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30% μέσα στην τριετία 2027–2029.
Σήμερα το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιχείρησε να εξηγήσει πώς θα φτάσουμε εκεί.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Γιατί πίσω από το «30% φθηνότερο ρεύμα» δεν παρουσιάστηκε ένας μηχανισμός που εγγυάται ότι την 31η Δεκεμβρίου 2029 ο καταναλωτής θα πληρώνει πράγματι 30% λιγότερα.
Παρουσιάστηκε ένα σενάριο.
Ένα σενάριο που απαιτεί να πετύχουν σχεδόν όλα: ΑΠΕ, μπαταρίες, αντλησιοταμίευση, δίκτυα, διασυνδέσεις νησιών, εξοικονόμηση, περιορισμός ρευματοκλοπών, αυτοπαραγωγή και –κυρίως– μια διεθνής ενεργειακή αγορά που δεν θα ανατρέψει τις παραδοχές.
Το ίδιο το ρεπορτάζ για την παρουσίαση σημειώνει ότι, με εξαίρεση τη μείωση των ΥΚΩ, οι περισσότερες παρεμβάσεις δεν έχουν βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα, αλλά εξαρτώνται από επενδύσεις σε δίκτυα, διασυνδέσεις, αποθήκευση και εξοικονόμηση.
Και όταν υπόσχεσαι συγκεκριμένο ποσοστό μείωσης βασιζόμενος σε τόσες μεταβλητές, το πρώτο ερώτημα είναι αυτονόητο:
Ποιος εγγυάται το -30%;
1. Πρώτο μπέρδεμα: -30% πού ακριβώς;
Ακόμη και στα σημερινά δημοσιεύματα υπάρχει αξιοσημείωτη σύγχυση.
Άλλα μιλούν για μείωση της λιανικής τιμής κατά 30%, άλλα για μείωση της χονδρικής κατά 30%, ενώ άλλα μιλούν γενικότερα για «30% φθηνότερο ρεύμα».
Αυτά όμως δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Ο καταναλωτής δεν πληρώνει μόνο χονδρική.
Στον λογαριασμό υπάρχουν δίκτυα, σύστημα, ΥΚΩ, προμήθεια, φόροι και άλλες επιβαρύνσεις.
Επομένως, πριν συζητήσουμε αν επιτυγχάνεται ο στόχος, πρέπει να υπάρχει ένας απολύτως σαφής δείκτης αναφοράς:
30% σε ποια ακριβώς τιμή, με ποιο έτος βάσης και με ποια μεθοδολογία μέτρησης;
Διαφορετικά το 30% κινδυνεύει το 2029 να γίνει ένας αριθμός που ο καθένας θα υπολογίζει όπως τον βολεύει.
2. Το μεγαλύτερο στοίχημα λέγεται αποθήκευση
Η κυβέρνηση λέει κάτι απολύτως σωστό: δεν αρκεί να γεμίσει η Ελλάδα φωτοβολταϊκά.
Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν πέφτει ο ήλιος.
Τότε απαιτείται είτε αποθηκευμένη φθηνή ενέργεια είτε παραγωγή από άλλες μονάδες, με το φυσικό αέριο να αποκτά καθοριστική σημασία στη διαμόρφωση των τιμών.
Γι’ αυτό η ίδια η κυβερνητική στρατηγική στηρίζεται στην τεράστια ανάπτυξη της αποθήκευσης. Προβλέπονται 400 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και επιπλέον 200 εκατ. από τη ρήτρα διαφυγής.
Εδώ όμως βρίσκεται και το τεράστιο στοίχημα.
Πρέπει μέσα σε ελάχιστα χρόνια να δημιουργηθεί ένα πολύ διαφορετικό ηλεκτρικό σύστημα από το σημερινό.
Δεν αρκεί να αδειοδοτηθούν μπαταρίες.
Πρέπει να κατασκευαστούν.
Να συνδεθούν.
Να υπάρχει διαθέσιμο δίκτυο.
Να λειτουργούν οικονομικά.
Να αξιοποιούν τις ώρες περίσσειας φθηνής παραγωγής.
Και τελικά να περιορίζουν αρκετά τις ακριβές μονάδες φυσικού αερίου ώστε η επίδραση να περάσει στη χονδρεμπορική αγορά.
Η βασική παραδοχή του ΥΠΕΝ είναι ακριβώς αυτή: περισσότερες ώρες κάλυψης της ζήτησης από φθηνότερη παραγωγή ΑΠΕ σημαίνουν μικρότερη επίδραση του φυσικού αερίου στη χονδρεμπορική τιμή.
Σωστά.
Αλλά πρόκειται για προϋπόθεση επίτευξης του στόχου, όχι για ήδη εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
3. Οι ΥΚΩ πράγματι μπορούν να πέσουν – αλλά κάποιος πρέπει να πληρώσει τη διαφορά
Αυτό είναι ίσως το πιο χειροπιαστό κομμάτι του σχεδίου.
Η κυβέρνηση εξαγγέλλει μείωση κατά 50% των ΥΚΩ από τον Ιανουάριο του 2027.
Και εδώ υπάρχει πραγματική οικονομική λογική.
Όσο περισσότερα μη διασυνδεδεμένα νησιά μπαίνουν στο ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα, τόσο μειώνεται η ανάγκη χρηματοδότησης ακριβών τοπικών μονάδων παραγωγής.
Η Κρήτη και οι Κυκλάδες έχουν ήδη διασυνδεθεί. Όμως η ολοκλήρωση του συνολικού προγράμματος των νησιωτικών διασυνδέσεων είναι πολυετές έργο περίπου 7 δισ. ευρώ.
Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν οι διασυνδέσεις μπορούν μακροπρόθεσμα να μειώσουν τις ΥΚΩ.
Μπορούν.
Το ερώτημα είναι με ποια ταχύτητα θα ολοκληρωθούν οι επόμενες διασυνδέσεις και πώς χρηματοδοτείται στο μεσοδιάστημα η μείωση κατά 50%.
Διότι οι ΥΚΩ δεν εξαφανίζονται επειδή μειώνουμε τη χρέωση στον λογαριασμό.
Πρέπει να μειωθεί και το πραγματικό κόστος που χρηματοδοτούν ή να βρεθεί άλλη πηγή χρηματοδότησης.
Αυτό είναι το σημείο που χρειάζεται αριθμούς και όχι τίτλους.
4. Τα «5 δισ.» ακούγονται τεράστια – αλλά δεν είναι 5 δισ. έκπτωση στους λογαριασμούς
Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει πάνω από 5 δισ. ευρώ για τη μείωση του ενεργειακού κόστους:
2,1 δισ. από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο,
2,3 δισ. από το Ταμείο για τα Νησιά,
και πάνω από 600 εκατ. από τη ρήτρα διαφυγής.
Ο πολίτης όμως πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνει αυτό.
Δεν πρόκειται για 5 δισ. ευρώ που θα αφαιρεθούν από τους λογαριασμούς ηλεκτρικού.
Πρόκειται για χρηματοδότηση επενδύσεων και προγραμμάτων που, εφόσον υλοποιηθούν και αποδώσουν, φιλοδοξούν να μειώσουν το συνολικό ενεργειακό κόστος.
Και υπάρχει κάτι ακόμη.
Τα ευρωπαϊκά ταμεία αυτά δεν εμφανίστηκαν σήμερα μαζί με την εξαγγελία του -30%.
Η κυβέρνηση είχε ήδη από τον Ιούνιο του 2025 παρουσιάσει πακέτο άνω των 8 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκά ταμεία για την περίοδο 2026–2032, στο οποίο περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων.
Επομένως χρειάζεται να ξεχωρίσουμε:
άλλο «κινητοποιώ επενδύσεις 5 δισ.» και άλλο «ρίχνω τον λογαριασμό σου κατά 30%».
Το δεύτερο πρέπει να αποδειχθεί από το πρώτο.
5. Οι ρευματοκλοπές δεν είναι ενεργειακή πολιτική παραγωγής
Ένας ακόμη άξονας είναι ο περιορισμός των ρευματοκλοπών και των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Και βεβαίως πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Οι μη τεχνικές απώλειες υπολογίζονται περίπου στα 450 εκατ. ευρώ ετησίως για την περίοδο 2022–2024, ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αναφέρονται στα περίπου 3 δισ. ευρώ.
Εξαιρετικά.
Αλλά εδώ προκύπτει και μια άβολη ερώτηση:
Γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2026 για να αποτελεί βασικό πυλώνα μείωσης του ενεργειακού κόστους η αντιμετώπιση μιας στρέβλωσης εκατοντάδων εκατομμυρίων ετησίως;
Και δεύτερον:
Η είσπραξη χρεών και η καταπολέμηση των ρευματοκλοπών βελτιώνουν τη λειτουργία της αγοράς και μπορούν να μειώσουν κόστη που μετακυλίονται στους συνεπείς καταναλωτές.
Δεν δημιουργούν όμως από μόνες τους φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια.
6. Και υπάρχει ο ελέφαντας στο δωμάτιο: το φυσικό αέριο
Την ίδια ημέρα που παρουσιάζεται το σχέδιο, το Brent βρίσκεται γύρω στα 100 δολάρια και το φυσικό αέριο στα επίπεδα των 75 ευρώ/MWh, σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν την εξειδίκευση.
Και εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση κάθε κυβερνητικής υπόσχεσης για συγκεκριμένη μελλοντική τιμή.
Η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να ελέγξει:
τις διασυνδέσεις,
τα δίκτυα,
τις αδειοδοτήσεις,
την αποθήκευση,
τις ΥΚΩ,
τα προγράμματα εξοικονόμησης.
Δεν ελέγχει όμως την παγκόσμια τιμή φυσικού αερίου.
Δεν ελέγχει το πετρέλαιο.
Δεν ελέγχει το Ορμούζ.
Δεν ελέγχει έναν νέο πόλεμο.
Δεν ελέγχει τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Και ακριβώς επειδή το σχέδιο φιλοδοξεί να περιορίσει την έκθεση της Ελλάδας σε αυτές τις μεταβλητές, παραδέχεται εμμέσως πόσο σημαντικές εξακολουθούν να είναι.
Το πιο αποκαλυπτικό: το -30% απλώς μας γυρίζει περίπου εκεί που ήμασταν
Υπάρχει τέλος ένα στοιχείο της ίδιας της κυβερνητικής παρουσίασης που σχεδόν αποδομεί μόνο του τον επικοινωνιακό τίτλο.
Η μέση λιανική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά εμφανίζεται σήμερα περίπου 50% υψηλότερη από το 2019.
Και τι είπε το ΥΠΕΝ;
Ότι με τη μείωση κατά 30% θα επιστρέψουμε περίπου στα επίπεδα προ κρίσης.
Αυτό αλλάζει αρκετά την εικόνα.
Δεν μας λένε δηλαδή:
«Σε τρία χρόνια θα έχετε 30% φθηνότερο ηλεκτρικό από εκείνο που είχατε πριν από την κρίση».
Μας λένε ουσιαστικά:
«Μέχρι το 2029 φιλοδοξούμε να ξαναφέρουμε την πραγματική τιμή περίπου εκεί από όπου ξεκινήσαμε πριν από την ενεργειακή κρίση».
Και αυτό έπειτα από μία δεκαετία τεράστιων επενδύσεων σε ΑΠΕ, δίκτυα και διασυνδέσεις.
Δεν είναι ακριβώς λεπτομέρεια.
Το σχέδιο έχει λογική. Το 30% είναι το πρόβλημα
Ας είμαστε δίκαιοι.
Περισσότερες ΑΠΕ;
Σωστό.
Περισσότερες μπαταρίες;
Απολύτως απαραίτητο.
Αντλησιοταμίευση;
Απαραίτητη.
Διασύνδεση των νησιών;
Έπρεπε να έχει προχωρήσει ακόμη ταχύτερα.
Έξυπνοι μετρητές και χτύπημα των ρευματοκλοπών;
Αυτονόητο.
Εξοικονόμηση και αυτοπαραγωγή;
Σωστή κατεύθυνση.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται λοιπόν στη βασική ενεργειακή κατεύθυνση.
Βρίσκεται στη μετατροπή ενός σύνθετου επενδυτικού σχεδίου με δεκάδες αβεβαιότητες σε μια απόλυτη πολιτική υπόσχεση: «30% φθηνότερο ρεύμα».
Για να γίνει αυτή η υπόσχεση πραγματικά μετρήσιμη, η κυβέρνηση πρέπει να παρουσιάσει κάτι πολύ απλούστερο από άλλα PowerPoint:
Τιμή βάσης.
Συγκεκριμένο δείκτη λιανικής.
Ετήσιους ενδιάμεσους στόχους για 2027, 2028 και 2029.
Πόσα GW και GWh αποθήκευσης απαιτούνται.
Πόση παραγωγή φυσικού αερίου πρέπει να υποκατασταθεί.
Πόσο ακριβώς συνεισφέρει κάθε παρέμβαση στο τελικό -30%.
Και κυρίως:
τι συμβαίνει αν μία από αυτές τις παραδοχές δεν επαληθευτεί.
Γιατί διαφορετικά έχουμε μια εξαγγελία στην οποία το αποτέλεσμα είναι συγκεκριμένο μέχρι το τελευταίο ποσοστό, αλλά οι παράγοντες που θα το παράγουν παραμένουν εξαιρετικά αβέβαιοι.
Και το 2029 δεν πρέπει να συζητάμε αν «πετύχαμε περίπου τον στόχο».
Πρέπει να μπορούμε να ανοίξουμε τον λογαριασμό του ρεύματος και να κάνουμε μία απλή σύγκριση.
Μας υποσχεθήκατε -30%.
Ποια ήταν η τιμή τότε; Ποια είναι τώρα;
Και τελικά πόσο πληρώνουμε;



