Μια υπόθεση που δείχνει πόσο σοβαρές μπορεί να είναι οι συνέπειες μιας ανακριβούς δήλωσης σε διαδικασία αναδιάρθρωσης χρεών εξέτασε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ.
Φορολογούμενη είχε εντάξει ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς το Ελληνικό Δημόσιο σε διμερή σύμβαση αναδιάρθρωσης, αποκτώντας τα οφέλη που προέβλεπε η συμφωνία.
Στη συνέχεια, όμως, διαπιστώθηκε ανακριβής δήλωση και η ρύθμιση ανατράπηκε. Η σύμβαση θεωρήθηκε αυτοδικαίως άκυρη, με αποτέλεσμα να χαθούν τα δικαιώματα που είχαν προκύψει από αυτή και να επανέλθει η προηγούμενη οφειλή.
Η υπόθεση αποτυπώνεται στην απόφαση 698/2026 της ΔΕΔ Θεσσαλονίκης.
Τι συνέβη με τη ρύθμιση
Η φορολογούμενη είχε ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο, τα οποία είχαν υπαχθεί σε διμερή σύμβαση αναδιάρθρωσης.
Μετά από έλεγχο, ωστόσο, η αρμόδια υπηρεσία διαπίστωσε ανακριβή δήλωση.
Η εξέλιξη αυτή είχε ιδιαίτερα σοβαρή συνέπεια: η σύμβαση αναδιάρθρωσης θεωρήθηκε αυτοδικαίως άκυρη και η οφειλέτρια έχασε τα ευεργετήματα που είχε αποκτήσει μέσω της ρύθμισης.
Με απλά λόγια, η συμφωνία που είχε αλλάξει τους όρους αποπληρωμής του χρέους έπαψε να παράγει τα αποτελέσματά της.
Το παλιό χρέος επανήλθε
Μετά την ακύρωση, επανήλθε η προγενέστερη οφειλή προς το Ελληνικό Δημόσιο.
Από αυτή αφαιρέθηκαν φυσικά τα ποσά που η φορολογούμενη είχε ήδη καταβάλει στο πλαίσιο της σύμβασης.
Ωστόσο, η οικονομική επιβάρυνση δεν περιορίστηκε εκεί.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπόθεση, προβλέφθηκε επιβάρυνση της οφειλής με επιτόκιο ίσο με το ανώτατο παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες.
Έτσι, η απώλεια της ρύθμισης μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη οικονομική επίπτωση από την απλή επιστροφή στο προηγούμενο ύψος του χρέους.
Η φορολογούμενη προσέφυγε στη ΔΕΔ
Η οφειλέτρια δεν αποδέχθηκε την εξέλιξη και κατέθεσε ενδικοφανή προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.
Ζήτησε την ακύρωση ή τροποποίηση των σχετικών πράξεων, προβάλλοντας σειρά επιχειρημάτων.
Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι η διαπιστωτική πράξη που οδήγησε στην αυτοδίκαιη ακύρωση της σύμβασης δεν ήταν επαρκώς και νομίμως αιτιολογημένη, ότι δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία και ότι παραβιάστηκαν οι αρχές της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Η ΔΕΔ, όμως, δεν μπήκε στην ουσία αυτών των ισχυρισμών.
Γιατί απορρίφθηκε η προσφυγή
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο νομικό σημείο της υπόθεσης.
Η ΔΕΔ έκρινε ότι δεν είχε αρμοδιότητα να εξετάσει τις συγκεκριμένες πράξεις μέσω της διαδικασίας της ενδικοφανούς προσφυγής.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την απόφαση, η Ατομική Ειδοποίηση Καταβολής – Υπερημερίας δεν αποτελεί διοικητική πράξη που μπορεί να προσβληθεί μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
Το ίδιο κρίθηκε και για τη Διαπιστωτική Πράξη αυτοδίκαιης ακύρωσης της διμερούς σύμβασης αναδιάρθρωσης.
Κατά συνέπεια, η ΔΕΔ απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή ως απαράδεκτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξέτασε και απέρριψε επί της ουσίας κάθε επιχείρημα της φορολογούμενης.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Τι δείχνει η υπόθεση για όσους ρυθμίζουν χρέη
Η συγκεκριμένη απόφαση λειτουργεί ως ισχυρή υπενθύμιση ότι μια συμφωνία αναδιάρθρωσης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δεδομένη ανεξάρτητα από όσα έχουν δηλωθεί για την επίτευξή της.
Εάν συντρέξουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ακύρωσης, οι συνέπειες μπορεί να είναι ιδιαίτερα βαριές: απώλεια των ευεργετημάτων, επαναφορά της προηγούμενης οφειλής και πρόσθετη επιβάρυνση.
Παράλληλα, η απόφαση 698/2026 αναδεικνύει και ένα δεύτερο ζήτημα: ο οφειλέτης πρέπει να γνωρίζει ποια ακριβώς διοικητική πράξη προσβάλλει και με ποια νόμιμη διαδικασία, καθώς δεν υπάγονται όλες οι πράξεις της φορολογικής διοίκησης στην ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της ΔΕΔ.


![Ρατζακλί: «Βούλιαξε» από κόσμο το πανηγύρι του Αϊ Γιάννη – Χορός και κέφι μέχρι αργά [βίντεο+εικόνες]](https://kefaloniamagazine.gr/wp-content/uploads/2026/08/1-91-100x75.jpg)
