Το σενάριο μιας και μοναδικής εκλογικής αναμέτρησης τον Ιούνιο του 2027 μπορεί να εμφανίζεται ως κίνηση αποφασιστικότητας, κρύβει όμως ένα μεγάλο πολιτικό ρίσκο: αν η Νέα Δημοκρατία δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία και δεν προκύψει κυβέρνηση συνεργασίας, τότε η χώρα θα οδηγηθεί αναγκαστικά σε νέα εκλογική αναμέτρηση. Και όλα αυτά ενώ θα βρίσκεται μπροστά στην ανάληψη –ή ήδη στην άσκηση– της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς εδώ. Εάν πράγματι το Μέγαρο Μαξίμου προσανατολίζεται στη λογική «μία κι έξω», επιχειρεί ουσιαστικά να μεταφέρει από την πρώτη κάλπη την πίεση που συνήθως δημιουργεί μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση.
Το μήνυμα προς τους ψηφοφόρους θα είναι σαφές: δεν υπάρχει πρώτη ψήφος διαμαρτυρίας και δεύτερη ψήφος για κυβέρνηση. Αυτή είναι η κάλπη που αποφασίζει.
Γιατί μια δεύτερη κάλπη θα μπορούσε να ευνοήσει τη ΝΔ
Η αντίθετη στρατηγική θα ήταν η προσφυγή σε διαδοχικές εκλογές.
Σε μια δεύτερη αναμέτρηση συνήθως ενισχύεται η πίεση προς τους ψηφοφόρους να επιλέξουν μεταξύ των μεγαλύτερων κομμάτων, καθώς το διακύβευμα μετατοπίζεται από την έκφραση δυσαρέσκειας στον σχηματισμό κυβέρνησης. Αυτό ακριβώς αποτελεί και βασικό επιχείρημα όσων απορούν γιατί το Μαξίμου φέρεται να προτιμά τη λογική της μίας κάλπης.
Η ΝΔ θα μπορούσε σε μια δεύτερη αναμέτρηση να επιχειρήσει να συσπειρώσει ψηφοφόρους τόσο από τα δεξιά της όσο και από τον χώρο του Κέντρου, προβάλλοντας το δίλημμα της κυβερνητικής σταθερότητας.
Με το «μία κι έξω», όμως, επιχειρεί να προκαλέσει αυτή ακριβώς τη συσπείρωση από την πρώτη ημέρα.
Η ψήφος διαμαρτυρίας μπαίνει στο στόχαστρο
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της στρατηγικής.
Ο ψηφοφόρος που σκέφτεται να επιλέξει ένα μικρότερο κόμμα για να «στείλει μήνυμα» στην κυβέρνηση θα γνωρίζει ότι ενδεχομένως δεν θα υπάρχει δεύτερη κάλπη στην οποία θα επιστρέψει στη ΝΔ.
Ο αναποφάσιστος θα πιεστεί να αποφασίσει εξαρχής εάν θέλει να καταγράψει δυσαρέσκεια ή να ψηφίσει με κριτήριο το ποιος θα κυβερνήσει.
Αυτός είναι και ο πυρήνας του στοιχήματος που περιγράφεται στο κείμενο: η δεύτερη αναμέτρηση λειτουργεί ως φίλτρο μεταξύ της ψήφου διαμαρτυρίας και της ψήφου διακυβέρνησης.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά
Τι συμβαίνει εάν η πίεση δεν λειτουργήσει;
Εδώ αρχίζει ο πραγματικός πονοκέφαλος.
Εάν η ΝΔ παραμείνει κάτω από το όριο που απαιτείται για αυτοδυναμία, το πολιτικό αφήγημα μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να αντιστραφεί.
Από το:
«Μία κάλπη, καθαρή εντολή»
θα περάσουμε στο:
«Με ποιον θα σχηματιστεί κυβέρνηση;»
Και τότε το ΠΑΣΟΚ θα βρεθεί στο κέντρο των εξελίξεων.
Η ώρα του ΠΑΣΟΚ
Εφόσον η κοινοβουλευτική αριθμητική επιτρέπει κυβέρνηση ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, η πίεση προς τον Νίκο Ανδρουλάκη θα είναι τεράστια.
Εάν αρνηθεί τη συνεργασία, η ΝΔ μπορεί να υποστηρίξει ότι ο λαός έδωσε συγκεκριμένους συσχετισμούς αλλά η αντιπολίτευση αρνείται να αναλάβει την ευθύνη σχηματισμού κυβέρνησης.
Εάν αποδεχθεί τη συνεργασία, θα πρέπει να εξηγήσει στους ψηφοφόρους του την αλλαγή στάσης και, κυρίως, τους όρους με τους οποίους θα συμμετάσχει σε μια τέτοια κυβέρνηση.
Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει έτσι ένα διπλό πρόβλημα: ένα χαμηλό ποσοστό περιορίζει τη διαπραγματευτική του ισχύ, ενώ ένα ισχυρό αποτέλεσμα σε συνδυασμό με απόλυτη άρνηση συνεργασίας μπορεί να επιτρέψει στους αντιπάλους του να το εμφανίσουν ως παράγοντα κυβερνητικού αδιεξόδου.
Και αν δεν υπάρξει συμφωνία;
Τότε η λογική «μία κι έξω» καταρρέει εκ των πραγμάτων.
Η χώρα θα πρέπει να οδηγηθεί ξανά στις κάλπες.
Και εδώ υπάρχει η μεγάλη χρονική παγίδα.
Η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιουλίου 2027.
Εάν οι πρώτες εκλογές γίνουν μέσα στον Ιούνιο και δεν σχηματιστεί κυβέρνηση, οι διερευνητικές εντολές και οι συνταγματικές διαδικασίες μπορούν να οδηγήσουν τη χώρα σε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση ενώ θα έχει ήδη ξεκινήσει η ελληνική ευρωπαϊκή προεδρία — ακριβώς το παράδοξο που επισημαίνει και το κείμενο.
Το ρίσκο Μητσοτάκη
Γι’ αυτό το «μία κι έξω» είναι περισσότερο από ένα σύνθημα.
Είναι εκλογική στρατηγική υψηλού ρίσκου.
Εάν πετύχει, η ΝΔ μπορεί να συμπιέσει από την πρώτη κάλπη τη χαλαρή ψήφο προς τα μικρότερα κόμματα, να συσπειρώσει το ακροατήριό της και να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως καθαρή λαϊκή εντολή.
Εάν αποτύχει, όμως, θα έχει μετατρέψει την εκλογική αναμέτρηση σε έναν δύσκολο γρίφο συνεργασιών και ενδεχομένως θα οδηγήσει τη χώρα σε νέα κάλπη σε εξαιρετικά περίπλοκη χρονική στιγμή.
Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι πια «γιατί δεν έγιναν δύο εκλογές;».
Θα είναι πολύ πιο δύσκολο:
«Ποιος μπορεί τελικά να σχηματίσει κυβέρνηση;»



