Με αιχμηρό τρόπο σχολιάζει η Εύα Φιλιππάτου, επιστημονική συνεργάτιδα του ευρωβουλευτή Σάκη Αρναούτογλου, τη χορήγηση ειδικού μηνιαίου επιδόματος στο προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας.
Σε κείμενό της με τίτλο «Περίπατος στην Προεδρία», η κ. Φιλιππάτου θέτει στο επίκεντρο το ζήτημα της διαφορετικής μεταχείρισης εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, συνδέοντας την απόφαση με τη γενικότερη συζήτηση για την ακρίβεια, τις αυξήσεις αποδοχών και τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Όπως υποστηρίζει, μια αύξηση στις αποδοχές ενός εργαζομένου είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη, ωστόσο θεωρεί ότι όταν αφορά συνολικά τους εργαζομένους μιας συγκεκριμένης δημόσιας δομής δημιουργούνται ερωτήματα για προνομιακή μεταχείριση.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος, το οποίο προσδιορίζει στις 600.000 ευρώ, διερωτώμενη πώς εξασφαλίζεται το συγκεκριμένο ποσό την ώρα που άλλες προτάσεις κοινωνικής ή οικονομικής ενίσχυσης συναντούν, όπως αναφέρει, αντιδράσεις με επίκληση των δημοσιονομικών περιορισμών.
«Οι εργαζόμενοι δεν φταίνε σε τίποτα»
Η Εύα Φιλιππάτου διευκρινίζει ότι η κριτική της δεν στρέφεται κατά των εργαζομένων που θα λάβουν το επίδομα, αλλά κατά της πολιτικής απόφασης.
Χαρακτηριστικά αναφέρει:
«Οι εργαζόμενοι δεν φταίνε σε τίποτα, όμως οι κρατούντες και υπογράφοντες τις αυξήσεις μήπως θα πρέπει να βουτάνε την πένα τους στην κοινή λογική πριν τη βουτήξουν στο μελάνι;»
Και καταλήγει με το ερώτημα που αποτελεί και την κεντρική αιχμή της παρέμβασής της:
«Μήπως τελικά η δημοσιονομική πειθαρχία βγήκε περίπατο στο Προεδρικό Μέγαρο;»
Ολόκληρη η παρέμβαση της Εύας Φιλιππάτου
«Περίπατος στην Προεδρία»
Μια αύξηση πάντοτε είναι ευπρόσδεκτη και αποτελεί ένδειξη επιβράβευσης των κόπων και της αφοσίωσης ενός εργαζομένου. Ωστόσο τι γίνεται όταν μια αύξηση έχει γενικευμένο χαρακτήρα και αφορά το σύνολο των εργαζομένων σε μια δημόσια δομή και μάλιστα ελίτ;
Τότε η απόφαση αυτή, παίρνει διαστάσεις προνομιακής μεταχείρισης και φέρνει αντιμέτωπες διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, που όμως έχουν ως κοινό παρονομαστή το ότι ανήκουν στην εργατική τάξη. Ο παρονομαστής αυτός τους ενώνει ως προς το να μην έρθει ο ένας αντιμέτωπος με τον άλλον για μια αύξηση, ωστόσο η υπογραφή της αύξησης από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τους υπαλλήλους της Προεδρίας κατά τη διάρκεια των «μπάνιων του λαού», εγείρει ερωτήματα και δημιουργεί εύλογα το ερώτημα για το πού βρέθηκαν 600.000€ ετησίως τη στιγμή που όποιος μιλάει για αυξήσεις ή ακόμα και για δωρεάν εισιτήρια στα μέσα μαζικής μεταφοράς για τους νέους, δέχεται πυρ ομαδόν από το πιο μικρό στέλεχος της ΝΔ μέχρι το πιο μεγάλο.
Και για να γίνει αντιληπτό τι συνέβη: ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο κος Τασούλας υπέγραψε τη χορήγηση ειδικού μηνιαίου επιδόματος στο προσωπικό που υπηρετεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας, με αναδρομική μάλιστα ισχύ.
Και μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να μην θεωρείται τύποις κομματικό στέλεχος, ωστόσο ουδείς μπορεί να ξεχάσει ότι πρόκειται για ένα κορυφαίο στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, η οποία δίνει μάχη για να συμμαζέψει τις απώλειες από τα ποσοστά των προηγούμενων εκλογών.
Την ίδια στιγμή που η πλειονότητα των πολιτών στενάζει υπό το βάρος της ακρίβειας και πάνω από το κεφάλι της η κυβέρνηση κρεμά τη δαμόκλειο σπάθη των κακών οικονομικών καθώς ανεμίζει το μπαϊράκι της δημοσιονομικής σταθερότητας, είναι τουλάχιστον άδικο και ίσως προκλητικό μια μερίδα εργαζομένων, έστω και ολιγομελής, να λαμβάνει αύξηση.
Οι εργαζόμενοι δεν φταίνε σε τίποτα, όμως οι κρατούντες και υπογράφοντες τις αυξήσεις μήπως θα πρέπει να βουτάνε την πένα τους στην κοινή λογική πριν τη βουτήξουν στο μελάνι;
Μήπως τελικά η δημοσιονομική πειθαρχία βγήκε περίπατο στο Προεδρικό Μέγαρο;
Παρακάτω ολόκληρη η ανακοίνωση:
Περίπατος στην Προεδρία
Μια αύξηση πάντοτε είναι ευπρόσδεκτη και αποτελεί ένδειξη επιβράβευσης των κόπων και της αφοσίωσης ενός εργαζομένου. Ωστόσο τι γίνεται όταν μια αύξηση έχει γενικευμένο χαρακτήρα και αφορά το σύνολο των εργαζομένων σε μια δημόσια δομή και μάλιστα ελίτ; Τότε η απόφαση αυτή, παίρνει διαστάσεις προνομιακής μεταχείρισης και φέρνει αντιμέτωπες διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, που όμως έχουν ως κοινό παρονομαστή το ότι ανήκουν στην εργατική τάξη. Ο παρονομαστής αυτός τους ενώνει ως προς το να μην έρθει ο ένας αντιμέτωπος με τον άλλον για μια αύξηση, ωστόσο η υπογραφή της αύξησης από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τους υπαλλήλους της Προεδρίας κατά τη διάρκεια των “μπάνιων του λαού”, εγείρει ερωτήματα και δημιουργεί εύλογα το ερώτημα για το που βρέθηκαν 600.000€ ετησίως τη στιγμή που όποιος μιλάει για αυξήσεις ή ακόμα και για δωρεάν εισιτήρια στα μέσα μαζικής μεταφοράς για τους νέους, δέχεται πυρ ομαδόν από το πιο μικρό στέλεχος της ΝΔ μέχρι το πιο μεγάλο. Και για να γίνει αντιληπτό τι συνέβη: ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο κος Τασούλας υπέγραψε τη χορήγηση ειδικού μηνιαίου επιδόματος στο προσωπικό που υπηρετεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας, με αναδρομική μάλιστα ισχύ. Και μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να μην θεωρείται τύποις κομματικό στέλεχος, ωστόσο ουδείς μπορεί να ξεχάσει ότι πρόκειται για ένα κορυφαίο στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, η οποία δίνει μάχη για να συμμαζέψει τις απώλειες από τα ποσοστά των προηγούμενων εκλογών.
Την ίδια στιγμή που η πλειονότητα των πολιτών στενάζει υπό το βάρος της ακρίβειας και πάνω από το κεφάλι της η κυβέρνηση κρεμά τη δαμόκλειο σπάθη των κακών οικονομικών καθώς ανεμίζει το μπαϊράκι της δημοσιονομικής σταθερότητας, είναι τουλάχιστον άδικο και ίσως προκλητικό μια μερίδα εργαζομένων, έστω και ολιγομελής, να λαμβάνει αύξηση.
Οι εργαζόμενοι δεν φταίνε σε τίποτα, όμως οι κρατούντες και υπογράφοντες τις αυξήσεις μήπως θα πρέπει να βουτάνε την πένα τους στην κοινή λογική πριν τη βουτήξουν στο μελάνι; Μήπως τελικά η δημοσιονομική πειθαρχία βγήκε περίπατο στο Προεδρικό Μέγαρο;
Εύα Φιλιππάτου



