Η πολιτική εικόνα μετά τη ΔΕΘ δεν δείχνει κατάρρευση της Νέας Δημοκρατίας. Δεν δείχνει όμως ούτε μια καθαρή αλλαγή συσχετισμών που να έχει λύσει το βασικό πρόβλημα του Μεγάρου Μαξίμου: πώς το κυβερνών κόμμα θα μετατρέψει το σταθερό προβάδισμά του σε εκλογικό ποσοστό ικανό να αλλάξει ουσιαστικά τα δεδομένα της επόμενης ημέρας.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της συγκυρίας.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι μόνο τι δείχνουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις. Είναι τι μπορεί να συμβεί μέχρι τις εκλογές.
Γιατί η πολιτική φθορά που εξελίσσεται αργά μπορεί να αντιμετωπιστεί πολιτικά. Το απρόοπτο, όμως, δεν προγραμματίζεται.
Και ο χειμώνας του 2026-2027 αρχίζει να συγκεντρώνει ήδη αρκετές μεταβλητές που δεν ελέγχονται από την Αθήνα.
Τα 2,2 δισ. της ΔΕΘ και το πραγματικό δημοσκοπικό αποτύπωμα
Ας ξεκινήσουμε από τα δεδομένα.
Η κυβέρνηση κοστολογεί τα νέα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ και δεν έχουν ακόμη θεσμοθετηθεί στα 2,2 δισ. ευρώ για το 2027. Πρόκειται για σημαντική δημοσιονομική παρέμβαση, με μέτρα για διαθέσιμο εισόδημα, συντάξεις, επενδύσεις, στεγαστικό, υγεία και ενεργειακό κόστος.
Τι έδειξαν όμως οι πρώτες μετρήσεις;
Η εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη από έναν τίτλο περί «άλματος» ή «εκτόξευσης».
Στη δημοσκόπηση της GPO μετά τη ΔΕΘ, η ΝΔ καταγράφηκε στο 25,8% στην πρόθεση ψήφου, από 25% τον Ιούνιο, δηλαδή άνοδο 0,8 μονάδας. Στην εκτίμηση ψήφου καταγράφηκε στο 30,6%, από 28,6%.
Η διάκριση έχει σημασία: η πρόθεση ψήφου είναι η άμεση καταγραφή των απαντήσεων των ερωτώμενων, ενώ η εκτίμηση αποτελεί στατιστική επεξεργασία της εταιρείας για το πιθανό εκλογικό αποτέλεσμα.
Και η δεύτερη μεγάλη εικόνα μετά τη ΔΕΘ δεν δείχνει κάποιο πολιτικό κύμα.
Στην Opinion Poll της 16ης Σεπτεμβρίου η ΝΔ βρίσκεται στο 25,7% στην πρόθεση ψήφου και στο 31% στην εκτίμηση.
Στην Pulse της ίδιας ημέρας βρίσκεται στο 26,5% στην πρόθεση ψήφου, ενώ μόλις το 32% αξιολογεί θετικά την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ.
Άρα, το ασφαλές συμπέρασμα από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν είναι ότι η ΔΕΘ απέτυχε πλήρως ούτε ότι άλλαξε θεαματικά το πολιτικό σκηνικό.
Είναι ότι η ΝΔ παραμένει καθαρά πρώτη, αλλά το δημοσκοπικό αποτέλεσμα των εξαγγελιών δεν έχει μέχρι στιγμής τη μορφή μεγάλης μετατόπισης του εκλογικού σώματος.
Και μετά τη ΔΕΘ, τι;
Εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα κάθε κυβέρνησης που βρίσκεται στο τελευταίο τμήμα της θητείας της.
Η ΔΕΘ ήταν προγραμματισμένη.
Τα μέτρα ήταν προγραμματισμένα.
Το δημοσιονομικό κόστος ήταν υπολογισμένο.
Η επικοινωνιακή διαχείριση ήταν σχεδιασμένη.
Από εδώ και πέρα, όμως, υπάρχουν γεγονότα που δεν χωρούν σε κανένα κυβερνητικό excel.
Ένα νέο σκάνδαλο.
Μια σοβαρή διοικητική αστοχία.
Μια θεσμική σύγκρουση.
Ένα ακραίο φυσικό φαινόμενο.
Ή, ακόμη πιο δύσκολα διαχειρίσιμο, ένα εξωτερικό οικονομικό ή γεωπολιτικό σοκ.
Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στοιχείο που να επιτρέπει να προβλεφθεί ότι κάποιο από αυτά θα συμβεί. Αυτό ακριβώς όμως είναι το χαρακτηριστικό του πολιτικού «απρόοπτου»: αποτελεί κίνδυνο και όχι πρόβλεψη.
Το ενεργειακό μέτωπο είναι ήδη πραγματικό
Υπάρχει, ωστόσο, ένας εξωτερικός παράγοντας που δεν αποτελεί πλέον υποθετικό σενάριο.
Η ενέργεια.
Στις 11 Σεπτεμβρίου το Brent έκλεισε στα 104,61 δολάρια το βαρέλι, ενώ στις 15 Σεπτεμβρίου έκλεισε στα 108,75 δολάρια, καθώς οι επιθέσεις και οι διαταραχές στις ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής ενίσχυσαν τους φόβους για την προσφορά.
Σήμερα, 17 Σεπτεμβρίου, το Brent υποχωρεί αλλά εξακολουθεί να κινείται πάνω από τα 105 δολάρια το βαρέλι.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την Ευρώπη έχει το φυσικό αέριο.
Οι ευρωπαϊκές τιμές έχουν κινηθεί κοντά στα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ οι χαμηλότερες αποθήκες και η αβεβαιότητα στις ροές LNG ενόψει του χειμώνα διατηρούν αυξημένο τον κίνδυνο μεταβλητότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη οδεύει αναγκαστικά σε επανάληψη της ενεργειακής κρίσης του 2022.
Σημαίνει όμως ότι το ενεργειακό ρίσκο έχει επιστρέψει.
Γιατί τα 100 δολάρια αφορούν άμεσα την ελληνική τσέπη
Η τιμή του πετρελαίου δεν είναι ένας μακρινός χρηματιστηριακός δείκτης.
Περνάει στα καύσιμα.
Στις μεταφορές.
Στο κόστος των επιχειρήσεων.
Στην αγροτική παραγωγή.
Στα προϊόντα που μεταφέρονται καθημερινά.
Και, εάν η άνοδος αποκτήσει διάρκεια, μπορεί να δημιουργήσει νέα πληθωριστική πίεση.
Αντίστοιχα, μια παρατεταμένη άνοδος του φυσικού αερίου μπορεί να μεταφερθεί στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Η κυβέρνηση μπορεί να παρέμβει με επιδοτήσεις ή άλλους μηχανισμούς στήριξης. Αυτό όμως σημαίνει νέο δημοσιονομικό κόστος και, κυρίως, προσπάθεια να απορροφηθεί ένα σοκ που δημιουργείται εκτός Ελλάδας.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη διαφορά με τη ΔΕΘ.
Στη Θεσσαλονίκη η κυβέρνηση αποφάσισε πόσα χρήματα θα διαθέσει και πού.
Στην ενεργειακή κρίση, εάν επιδεινωθεί, η αγορά αποφασίζει πρώτα πόσο θα κοστίσει το πρόβλημα και μετά η κυβέρνηση καλείται να βρει τα χρήματα για να περιορίσει τις συνέπειες.
Το Ιράν και ο παράγοντας που δεν ελέγχεται από το Μαξίμου
Η εξέλιξη της σύγκρουσης με το Ιράν είναι γι’ αυτό κρίσιμη.
Οι τελευταίες διαταραχές στις μεταφορές πετρελαίου και στις ενεργειακές υποδομές έχουν ήδη επηρεάσει τις διεθνείς τιμές. Το Brent πέρασε τα 100 δολάρια, ενώ οι αγορές παρακολουθούν πλέον όχι μόνο τον Περσικό Κόλπο αλλά και τις εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς ενέργειας.
Κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να γνωρίζει σήμερα πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση ή ποια θα είναι η τελική επίδρασή της στις τιμές.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα για οποιαδήποτε ευρωπαϊκή κυβέρνηση.
Δεν μπορεί να ελέγξει τη διάρκεια της κρίσης.
Δεν μπορεί να καθορίσει την τιμή του Brent.
Δεν μπορεί να καθορίσει τις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου.
Μπορεί μόνο να διαχειριστεί τις επιπτώσεις.
Το πραγματικό στοίχημα είναι ο χειμώνας
Έτσι, το κρίσιμο πολιτικό τεστ δεν ήταν απαραίτητα η εβδομάδα μετά τη ΔΕΘ.
Μπορεί να είναι οι μήνες που ακολουθούν.
Τι θα συμβεί εάν το ενεργειακό κόστος παραμείνει υψηλό;
Τι θα συμβεί εάν αυξηθούν τα καύσιμα και η θέρμανση;
Τι θα συμβεί εάν οι πληθωριστικές πιέσεις επιστρέψουν εντονότερα;
Και πόσο από το όφελος των μέτρων της ΔΕΘ θα παραμείνει τελικά στην τσέπη του πολίτη εάν ένα μέρος του απορροφηθεί από αυξημένες τιμές;
Αυτά είναι ερωτήματα. Όχι βεβαιότητες.
Αλλά είναι ακριβώς τα ερωτήματα που αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όσο η διεθνής ενεργειακή αγορά παραμένει σε ένταση.
Η αυτοδυναμία παραμένει δύσκολη αριθμητική
Υπάρχει και το καθαρά πολιτικό σκέλος.
Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις η Νέα Δημοκρατία διατηρεί μεγάλο προβάδισμα έναντι του δεύτερου κόμματος. Αυτό είναι πραγματικό και πρέπει να καταγράφεται.
Ταυτόχρονα, τα επίπεδα που καταγράφονται σήμερα δεν επιτρέπουν από μόνα τους ασφαλές συμπέρασμα περί αυτοδυναμίας, η οποία εξαρτάται όχι μόνο από το ποσοστό του πρώτου κόμματος αλλά και από τη συνολική κατανομή των ψήφων και το ποσοστό που θα μείνει εκτός Βουλής.
Η πρόθεση ψήφου της ΝΔ κινείται στις τελευταίες μετρήσεις περίπου στο 26%.
Αυτό είναι το πραγματικό μετρημένο μέγεθος πριν από τις αναγωγές.
Και γι’ αυτό η συζήτηση για το επόμενο διάστημα δεν αφορά μόνο εάν η ΝΔ παραμένει πρώτη – στις σημερινές μετρήσεις παραμένει με σαφή διαφορά.
Αφορά το εάν μπορεί να διευρύνει την πραγματική εκλογική της βάση.
Ο μεγαλύτερος αντίπαλος μπορεί να μην είναι ένα άλλο κόμμα
Εδώ βρίσκεται ίσως το παράδοξο της σημερινής πολιτικής συγκυρίας.
Η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει στις δημοσκοπήσεις έναν αντίπαλο που βρίσκεται κοντά στη Νέα Δημοκρατία. Αντιμετωπίζει όμως μια σειρά μεταβλητών που δεν είναι κόμματα.
Την ακρίβεια.
Την ενέργεια.
Τη συσσωρευμένη φθορά μιας πολυετούς διακυβέρνησης.
Και πάνω απ’ όλα, το απρόβλεπτο.
Μία κυβέρνηση μπορεί να σχεδιάσει μια ΔΕΘ.
Μπορεί να ανακοινώσει 2,2 δισ. ευρώ νέων μέτρων για το 2027.
Μπορεί να προγραμματίσει περιοδείες, νομοσχέδια και επικοινωνιακές πρωτοβουλίες.
Δεν μπορεί όμως να προγραμματίσει τη διεθνή τιμή του πετρελαίου ούτε να αποκλείσει μια εσωτερική κρίση που δεν έχει ακόμη εμφανιστεί.
Γι’ αυτό η ουσιαστική ανάγνωση των επόμενων μηνών δεν είναι ότι «έρχεται οπωσδήποτε η καταστροφή» ούτε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη χάσει το πολιτικό παιχνίδι. Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν στηρίζουν μια τέτοια βεβαιότητα.
Δείχνουν κάτι διαφορετικό:
Η ΝΔ εξακολουθεί να προηγείται καθαρά, αλλά μπαίνει στον χειμώνα χωρίς να έχει δημιουργήσει μετά τη ΔΕΘ ένα δημοσκοπικό περιθώριο που να την καθιστά ανεπηρέαστη από ένα ισχυρό νέο σοκ.
Και στην πολιτική, πολλές φορές, δεν είναι αυτό που γνωρίζεις ότι έρχεται που αλλάζει τις ισορροπίες.
Είναι αυτό που δεν είχες υπολογίσει.



