Μητσοτάκης–Σαμαράς: Όταν το Μαξίμου φοβάται περισσότερο τη δεξιά του πλευρά παρά την αντιπολίτευση

Η επίθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Αντώνη Σαμαρά από τη ΔΕΘ δεν ήταν μια τυχαία αιχμή ούτε μια προσωπική απάντηση σε έναν πρώην πρωθυπουργό. Ήταν ένα απολύτως πολιτικό μήνυμα προς το εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας και, κυρίως, προς ένα τμήμα του εκλογικού της ακροατηρίου που δείχνει να απομακρύνεται.

Η φράση του πρωθυπουργού ότι ο Αντώνης Σαμαράς διαθέτει «τεχνογνωσία στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη» είχε έναν σαφή αποδέκτη. Και αποκάλυψε κάτι ίσως σημαντικότερο από την ίδια τη σύγκρουση: το Μέγαρο Μαξίμου αντιμετωπίζει πλέον ως πραγματικό πολιτικό κίνδυνο ό,τι μπορεί να συμβεί στα δεξιά της ΝΔ.

Γιατί ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να λειτουργήσει ως αντίπαλο δέος και ως παράγοντας συσπείρωσης. Ένας Αντώνης Σαμαράς, όμως, εφόσον προχωρήσει πράγματι στη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα, μπορεί να αφαιρέσει ψήφους από την ίδια δεξαμενή της Νέας Δημοκρατίας.

Και εκεί βρίσκεται όλη η διαφορά.

Ο Τσίπρας συσπειρώνει – ο Σαμαράς μπορεί να αφαιρεί

Για τη Νέα Δημοκρατία ένας ισχυρός πολιτικός αντίπαλος από την Κεντροαριστερά δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα. Μπορεί να αποτελέσει και εργαλείο συσπείρωσης.

Το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» είναι πολιτικά πολύ πιο εύκολο να αξιοποιηθεί από το κυβερνών κόμμα. Μπορεί να επαναφέρει ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί, αλλά εξακολουθούν να θεωρούν ότι η ΝΔ βρίσκεται πιο κοντά στις πολιτικές τους αναφορές.

Με τον Σαμαρά τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Εάν δημιουργηθεί ένας νέος φορέας στα δεξιά της ΝΔ, δεν χρειάζεται καν να διεκδικήσει την πρωτιά για να προκαλέσει σοβαρό πρόβλημα. Αρκεί να αφαιρέσει ένα κρίσιμο ποσοστό από ψηφοφόρους που το 2019 ή το 2023 επέλεγαν τη Νέα Δημοκρατία.

Και όταν η συζήτηση αφορά την αυτοδυναμία, ακόμη και λίγες μονάδες μπορούν να αλλάξουν ολόκληρη την εκλογική αριθμητική.

Γιατί βγαίνουν μπροστά τα κυβερνητικά στελέχη

Αυτό εξηγεί και την ένταση με την οποία κυβερνητικά στελέχη απαντούν πλέον στον πρώην πρωθυπουργό.

Η πολιτική γραμμή φαίνεται να είναι σαφής: ο Αντώνης Σαμαράς πρέπει να παρουσιαστεί όχι ως εναλλακτική πρόταση για τον δεξιό ψηφοφόρο, αλλά ως παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει ζημιά στην παράταξη.

Είναι μια κλασική στρατηγική συσπείρωσης.

Το μήνυμα προς τον ψηφοφόρο είναι ουσιαστικά ότι μια ψήφος προς έναν νέο σχηματισμό στα δεξιά δεν αποτελεί απλώς ψήφο διαμαρτυρίας, αλλά ψήφο που μπορεί να στερήσει από τη ΝΔ τη δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.

Όσο περισσότερο η κυβέρνηση επιτίθεται στον Σαμαρά, τόσο περισσότερο αναβαθμίζει πολιτικά την πιθανότητα ενός νέου κόμματος.

Η ΔΕΘ πέρασε σε δεύτερο πλάνο

Το παράδοξο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν ακριβώς μετά τη ΔΕΘ, όπου η κυβέρνηση επιχείρησε να αλλάξει την πολιτική ατζέντα μέσα από ένα μεγάλο πακέτο οικονομικών εξαγγελιών.

Ελεύθεροι επαγγελματίες, επιχειρήσεις, δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι, αγρότες, τρίτεκνοι, στεγαστικό, φορολογία: το Μέγαρο Μαξίμου παρουσίασε μια ολόκληρη δέσμη παρεμβάσεων με προφανή στόχο την επανασύνδεση με κοινωνικές ομάδες που εμφανίζουν σημάδια δυσαρέσκειας.

Κι όμως, μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης μετακινήθηκε σχεδόν αμέσως από τα μέτρα στη σύγκρουση Μητσοτάκη–Σαμαρά.

Αυτό δεν βοηθά την κυβέρνηση.

Διότι αντί να συζητείται ποιος κερδίζει από τις φοροελαφρύνσεις ή πόσο πραγματικά αυξάνεται το διαθέσιμο εισόδημα, συζητείται ποιος θα φύγει, ποιος θα δημιουργήσει κόμμα, ποιος θα ακολουθήσει τον Σαμαρά και πόση ζημιά μπορεί να προκαλέσει στη ΝΔ.

Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην εκλογική βάση

Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.

Εάν ένα κόμμα βρίσκεται σε πολιτική άνοδο και αισθάνεται ασφαλές στην κοινωνική του βάση, μια πιθανή διάσπαση συνήθως δεν προκαλεί τέτοια νευρικότητα.

Η ένταση αποκτά σημασία όταν κάθε μονάδα μετράει.

Όταν η Νέα Δημοκρατία κινείται σε επίπεδα όπου η αυτοδυναμία δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, τότε ένα κόμμα στα δεξιά της αποκτά δυσανάλογα μεγάλη σημασία.

Δεν χρειάζεται να πάρει 15%.

Μπορεί να αρκεί ένα πολύ μικρότερο ποσοστό, εφόσον σημαντικό τμήμα του προέρχεται απευθείας από τη ΝΔ.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για τον Σαμαρά δεν είναι προσωπική. Είναι αριθμητική.

Και ο Σαμαράς ανεβάζει πλέον τους τόνους

Ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς δείχνει ότι δεν σκοπεύει να αφήσει τις επιθέσεις αναπάντητες.

Η απάντησή του ήταν εξαιρετικά σκληρή, κατηγορώντας προσωπικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη για ακρίβεια, φορολογία, φτωχοποίηση της περιφέρειας, πίεση της μεσαίας τάξης, κατάσταση στον αγροτικό κόσμο, εξωτερική πολιτική, ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη και υποκλοπές.

Και κατέληξε με τη φράση που συμπυκνώνει πλέον την πολιτική ρήξη:

«Δεν είναι αυτή η παράταξη, κύριε Μητσοτάκη. Αυτό είναι το κόμμα Μητσοτάκη».

Από αυτό το σημείο και μετά, δύσκολα μπορεί κανείς να μιλά για μια συνηθισμένη εσωκομματική διαφωνία.

Το κρίσιμο ερώτημα για τη ΝΔ

Η κυβέρνηση μπορεί να επιχειρήσει να απομονώσει πολιτικά τον Αντώνη Σαμαρά. Μπορεί να υπενθυμίζει το παρελθόν, να καταγγέλλει προσωπικές στρατηγικές και να προειδοποιεί ότι μια διάσπαση θα βλάψει την παράταξη.

Όμως υπάρχει ένα ερώτημα που δεν απαντάται με επιθέσεις:

Γιατί ένα τμήμα των παραδοσιακών ψηφοφόρων της ΝΔ εμφανίζεται διαθέσιμο να ακούσει μια πρόταση στα δεξιά της;

Εάν δεν υπήρχε αυτή η δεξαμενή, ο Σαμαράς δεν θα αποτελούσε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σύγκρουσης.

Το Μέγαρο Μαξίμου δεν ανησυχεί απλώς για τον Αντώνη Σαμαρά. Ανησυχεί για τους ψηφοφόρους που ενδεχομένως είναι έτοιμοι να τον ακολουθήσουν.

Η διαφορά είναι τεράστια.

Και όσο πλησιάζει η χώρα προς τις επόμενες εθνικές εκλογές, αυτή η μάχη μπορεί να αποδειχθεί πολύ σημαντικότερη από μία ακόμη προσωπική σύγκρουση δύο πρώην συνοδοιπόρων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ