Ο Άδωνις προεξοφλεί αυτοδυναμία, τελειώνει το ΠΑΣΟΚ και βάζει «ταβάνι» στον Τσίπρα – Μόνο που οι κάλπες δεν ανοίγουν με δηλώσεις

Η τελευταία συνέντευξη του Άδωνι Γεωργιάδη έχει κάτι εντυπωσιακό: μέσα σε λίγα λεπτά μαθαίνουμε περίπου ολόκληρο το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών.

Η Νέα Δημοκρατία θα είναι πάνω από 30%.

Η αυτοδυναμία είναι «απολύτως εφικτή».

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να ξεπεράσει το 18%.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης θα χάσει από τον Τσίπρα όσες φορές κι αν αναμετρηθούν.

Συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ αποκλείεται.

Για τον Αντώνη Σαμαρά, πάλι, η πόρτα δεν κλείνει ακριβώς: θα περιμένουμε πρώτα να δούμε αν θα κάνει κόμμα και κυρίως πώς θα συμπεριφερθεί απέναντι στη ΝΔ.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας υπουργός κάνει πολιτικές εκτιμήσεις. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι εκτιμήσεις παρουσιάζονται περίπου σαν προκαταβολικά εκλογικά αποτελέσματα.

«Η ΝΔ είναι σίγουρα πάνω από 30%»

Η λέξη που αξίζει περισσότερο από ολόκληρη τη φράση είναι το «σίγουρα».

Στην πολιτική, και μάλιστα αρκετό χρόνο πριν από τις κάλπες, ελάχιστα πράγματα είναι σίγουρα.

Άλλο η εκτίμηση ότι η ΝΔ μπορεί να ξεπεράσει το 30% και άλλο η βεβαιότητα.

Κυρίως όμως υπάρχει το επόμενο άλμα:

πάνω από 30% = απολύτως εφικτή αυτοδυναμία.

Εδώ λείπει ένα σημαντικό κομμάτι της εξίσωσης.

Η αυτοδυναμία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ποσοστό του πρώτου κόμματος. Επηρεάζεται και από το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής.

Άρα το «30+» δεν αποτελεί από μόνο του μαγικό αριθμό αυτοδυναμίας.

Και εάν στις επόμενες εκλογές υπάρξουν περισσότερα κόμματα που θα διεκδικούν κοινοβουλευτική είσοδο –μεταξύ αυτών ενδεχομένως νέοι πολιτικοί σχηματισμοί– η αριθμητική γίνεται ακόμη περισσότερο σύνθετη.

Τσίπρας μέχρι 18%. Γιατί ακριβώς;

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η πρόβλεψη για τον Αλέξη Τσίπρα.

Το 18% παρουσιάζεται ως περίπου φυσικό όριο.

Με ποια εκλογική ή δημοσκοπική μέθοδο προκύπτει ακριβώς το 18 και όχι το 16, το 20 ή το 22%;

Δεν εξηγείται.

Πρόκειται για πολιτική εκτίμηση.

Και αυτό είναι απολύτως θεμιτό, αρκεί να παρουσιάζεται ως τέτοια.

Υπάρχει μάλιστα μια εμφανής αντίφαση στην ίδια συλλογιστική.

Ο Γεωργιάδης υποστηρίζει ότι ο Τσίπρας θα κέρδιζε τον Ανδρουλάκη «170 φορές» επειδή στην Ελλάδα ο κόσμος ψηφίζει πρόσωπα.

Εάν όμως το πρόσωπο έχει τόσο καθοριστική σημασία ώστε η υπεροχή Τσίπρα έναντι Ανδρουλάκη να θεωρείται περίπου νομοτελειακή, πώς μπορεί ταυτόχρονα να προσδιορίζεται με τόση ακρίβεια το εκλογικό ταβάνι ενός υποθετικού νέου κόμματος που ακόμη δεν έχει δοκιμαστεί σε εκλογές;

Ή αποδεχόμαστε ότι τα πρόσωπα μπορούν να ανατρέψουν τις σημερινές κομματικές ισορροπίες ή θεωρούμε ότι οι σημερινές ισορροπίες επιτρέπουν ασφαλή πρόβλεψη μέχρι και της τελευταίας μονάδας.

Και τα δύο μαζί θέλουν εξήγηση.

Με το ΠΑΣΟΚ «ποτέ». Με τον Σαμαρά… βλέπουμε

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πολιτική λεπτομέρεια της συνέντευξης.

Για το ΠΑΣΟΚ η απάντηση είναι απόλυτη:

«Δεν υπάρχει περίπτωση».

Για ένα υποθετικό κόμμα Σαμαρά όμως η απάντηση αλλάζει:

όταν δημιουργηθεί, ξαναρωτήστε με.

Και αν ξεκινήσει «βρίζοντας τη ΝΔ», τότε «δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα».

Προσέξτε τη διαφορά.

Δεν λέει:

«Δεν υπάρχει περίπτωση να συγκυβερνήσουμε με κόμμα Σαμαρά».

Λέει ουσιαστικά:

θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες.

Άρα, παρά τον θόρυβο των τελευταίων ημερών και τις επιθέσεις μεταξύ στελεχών της ΝΔ και της πλευράς Σαμαρά, η πόρτα δεν κλείνει.

Και αυτό ίσως αποτελεί μεγαλύτερη πολιτική είδηση από τις επιθέσεις.

Αν η αυτοδυναμία είναι τόσο εφικτή, γιατί συζητάμε τόσο πολύ τις συνεργασίες;

Εδώ υπάρχει ακόμη ένα εύλογο ερώτημα.

Εάν η ΝΔ είναι «σίγουρα» πάνω από 30% και η αυτοδυναμία «απολύτως εφικτή», γιατί έχει αποκτήσει τέτοια σημασία η συζήτηση για το ποιος θα μπορούσε να συνεργαστεί με ποιον;

Βεβαίως οι δημοσιογράφοι ρωτούν και ένας υπουργός απαντά.

Αλλά η πολιτική πραγματικότητα είναι ότι η επόμενη ημέρα απασχολεί ήδη έντονα το κυβερνητικό στρατόπεδο.

Και λογικά.

Διότι άλλο «η αυτοδυναμία είναι εφικτή» και άλλο «η αυτοδυναμία είναι εξασφαλισμένη».

Το πρώτο είναι πολιτικός στόχος.

Το δεύτερο θα το αποφασίσουν οι ψηφοφόροι.

Και ξαφνικά το ChatGPT έγινε… επιχείρημα

Υπάρχει και μια λεπτομέρεια με ιδιαίτερο ενδιαφέρον μετά τις τελευταίες δημόσιες ειρωνείες που ακούμε για την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Ο ίδιος ο υπουργός Υγείας αναφέρει ότι έβαλε την πρόταση του ΠΑΣΟΚ στο ChatGPT για να βεβαιωθεί ότι την είχε καταλάβει σωστά.

Και πολύ καλά έκανε εφόσον το χρησιμοποίησε ως βοηθητικό εργαλείο κατανόησης και ελέγχου.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη ούτε μετατρέπει αυτομάτως μια άποψη σε αλήθεια ούτε απαλλάσσει εκείνον που τη χρησιμοποιεί από την υποχρέωση διασταύρωσης.

Μπορεί όμως να βοηθήσει στην ανάλυση ενός επιχειρήματος, στη σύγκριση προτάσεων και στον εντοπισμό αντιφάσεων.

Και τελικά φαίνεται ότι όταν τη χρησιμοποιεί ένας υπουργός για να ελέγξει την επιχειρηματολογία της αντιπολίτευσης, θεωρείται απολύτως φυσιολογικό εργαλείο.

Ίσως λοιπόν να τελειώνουμε και με την εύκολη ειρωνεία ότι η χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης ακυρώνει από μόνη της ένα επιχείρημα.

Το επιχείρημα κρίνεται από τα στοιχεία του.

Όχι από το εργαλείο που βοήθησε να ελεγχθεί.

Το πραγματικά προβληματικό σημείο είναι αλλού

Πολύ σοβαρότερη από τις εκλογικές προβλέψεις είναι η απόλυτη σύνδεση της πρότασης του ΠΑΣΟΚ για το ιδιωτικό χρέος με την επιστροφή στα μνημόνια.

Εδώ χρειάζονται αριθμοί.

Εάν μια πρόταση οδηγεί πράγματι σε δημοσιονομική εκτροπή, πρέπει να υπολογιστεί:

πόσο κοστίζει;

Ποιους οφειλέτες αφορά;

Με ποιες προϋποθέσεις;

Ποια θα ήταν η συμπεριφορική επίπτωση στους συνεπείς οφειλέτες;

Πόση δυνητική απώλεια εσόδων δημιουργεί;

Υπάρχει πράγματι κίνητρο στρατηγικής αθέτησης;

Αυτά είναι σοβαρά ερωτήματα.

Το να μεταπηδά όμως η συζήτηση απευθείας από μια πρόταση ρύθμισης χρεών στο «την επόμενη ημέρα έχεις μνημόνιο» είναι πολιτική υπερβολή εφόσον δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη οικονομική τεκμηρίωση.

Και μάλιστα υπάρχει εδώ ένα σημείο που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή: πρέπει πρώτα να εξεταστεί τι ακριβώς πρότεινε το ΠΑΣΟΚ και υπό ποιες προϋποθέσεις, πριν αποδοθεί στην πρότασή του το γενικό σχήμα «σταματήστε όλοι να πληρώνετε και θα σας χαρίσουμε το 30%».

Η κριτική μπορεί να αποδειχθεί βάσιμη.

Πρώτα όμως πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτή είναι πράγματι η πρόταση.

Ο Άδωνις έχει ήδη λύσει την εξίσωση. Οι ψηφοφόροι όχι ακόμη

Αν κρατήσουμε λοιπόν μόνο την πολιτική εικόνα της συνέντευξης, έχουμε μια Νέα Δημοκρατία πάνω από 30%, έναν Τσίπρα με ταβάνι 18%, έναν Ανδρουλάκη καταδικασμένο να χάσει από τον Τσίπρα, μια αυτοδυναμία απολύτως εφικτή, ένα ΠΑΣΟΚ ακατάλληλο για συνεργασία και ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά για το οποίο… θα δούμε.

Εντυπωσιακή ακρίβεια για μια εκλογική αναμέτρηση που δεν έχει γίνει.

Και εδώ βρίσκεται το βασικό πρόβλημα.

Οι πολιτικοί μπορούν να θέτουν στόχους. Δεν μπορούν να ανακοινώνουν εκ των προτέρων την ετυμηγορία του εκλογικού σώματος.

Η ΝΔ μπορεί να πάρει αυτοδυναμία.

Μπορεί και να μην πάρει.

Ο Τσίπρας μπορεί να σταματήσει στο 18%.

Μπορεί να μείνει χαμηλότερα.

Μπορεί να πάει υψηλότερα.

Ένα κόμμα Σαμαρά μπορεί να δημιουργηθεί.

Μπορεί και όχι.

Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να βρεθεί τρίτο.

Μπορεί και να μη βρεθεί.

Αυτά δεν είναι υπεκφυγές.

Είναι η στοιχειώδης διαφορά μεταξύ πολιτικής πρόβλεψης και εκλογικού αποτελέσματος.

Και όσο κι αν προσπαθούμε να μετατρέψουμε το πρώτο στο δεύτερο, υπάρχει ακόμη ένα μικρό εμπόδιο.

Οι κάλπες.

Και αυτές, ευτυχώς για τη Δημοκρατία, δεν έχουν μάθει ακόμη να υπακούουν στις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές προβλέψεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ