Άδωνις: «Ζούμε συγκλονιστική περίοδο ευημερίας» – Όταν οι αριθμοί της κυβέρνησης συναντούν το πορτοφόλι του πολίτη

Υπάρχει ένα σημείο στην πολιτική επικοινωνία όπου η υπερβολή παύει να λειτουργεί υπέρ εκείνου που τη χρησιμοποιεί και αρχίζει να λειτουργεί εναντίον του.

Η φράση του Άδωνι Γεωργιάδη ότι η Ελλάδα ζει σήμερα «την πιο συγκλονιστική περίοδο ευημερίας στην Ευρώπη ευρωπαϊκής χώρας τις τελευταίες δεκαετίες» κινδυνεύει να περάσει ακριβώς αυτή τη γραμμή.

Όχι επειδή η ελληνική οικονομία δεν έχει βελτιωθεί σε σημαντικούς δείκτες. Έχει.

Όχι επειδή η χώρα βρίσκεται εκεί που βρισκόταν το 2010. Προφανώς δεν βρίσκεται.

Αλλά επειδή άλλο πράγμα είναι η δημοσιονομική σταθερότητα και άλλο η ευημερία του νοικοκυριού.

Και όταν συγχέεις τα δύο, τελικά αδικείς ακόμη και όσα πράγματι έχει πετύχει η κυβέρνηση.

Πρώτο λάθος: Όχι, «όλη η Ευρώπη» δεν βρίσκεται σε ύφεση

Ας ξεκινήσουμε από την πιο εντυπωσιακή δήλωση:

«Όλες οι χώρες της Ευρώπης έχουν ύφεση».

Αυτό δεν αποτελεί πολιτική άποψη. Είναι ελέγξιμος ισχυρισμός.

Και ως γενίκευση είναι απλώς λανθασμένος.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν βρίσκεται συλλήβδην σε ύφεση και προφανώς δεν βρίσκονται «όλες οι χώρες» σε ύφεση. Υπάρχουν οικονομίες με ισχυρότερη ανάπτυξη, άλλες με ασθενέστερη, άλλες σε στασιμότητα και κάποιες που αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρότερα προβλήματα.

Η Ελλάδα πράγματι τα τελευταία χρόνια εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό είναι ένα πραγματικό κυβερνητικό επιχείρημα.

Γιατί λοιπόν πρέπει να μετατραπεί σε «όλοι καταρρέουν και μόνο εμείς ευημερούμε»;

Η υπερβολή δεν ενισχύει ένα σωστό επιχείρημα. Το αποδυναμώνει.

Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η λέξη «ευημερία»

Ας υποθέσουμε όμως ότι αφήνουμε στην άκρη την Ευρώπη.

Μπορεί πραγματικά ένας υπουργός να περιγράφει τη σημερινή καθημερινότητα ως «συγκλονιστική περίοδο ευημερίας»;

Εδώ δεν χρειάζεται καν αντιπολιτευτική ρητορική.

Χρειάζεται να ρωτήσεις τον πολίτη.

Πόσο πληρώνει στο σούπερ μάρκετ;

Πόσο πληρώνει για ενοίκιο;

Πόσο κοστίζει η βενζίνη;

Πόσο κοστίζει το ηλεκτρικό ρεύμα;

Τι ποσοστό του μισθού ενός νέου εργαζόμενου απαιτεί σήμερα ένα αξιοπρεπές σπίτι στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή σε ένα τουριστικό νησί;

Πόσα χρήματα μένουν στο τέλος του μήνα;

Μια οικονομία μπορεί ταυτόχρονα να έχει ανάπτυξη, πρωτογενή πλεονάσματα, αυξανόμενη απασχόληση και καλύτερη δημοσιονομική εικόνα και παρ’ όλα αυτά μεγάλο μέρος της κοινωνίας να πιέζεται από το κόστος ζωής.

Δεν υπάρχει καμία αντίφαση.

Ακριβώς γι’ αυτό η λέξη «ευημερία» χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη προσοχή.

Και μετά έρχεται η χρεοκοπία ως φόβητρο

Το δεύτερο βασικό επιχείρημα του Άδωνι Γεωργιάδη είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Περίπου:

Μην απαιτούμε συνεχώς περισσότερα, γιατί έτσι φτάσαμε στη χρεοκοπία.

Μόνο που η Ελλάδα δεν χρεοκόπησε επειδή κάποιος συνταξιούχος γκρίνιαξε ότι η αύξησή του ήταν μικρή.

Ούτε επειδή ένας εργαζόμενος ζήτησε μεγαλύτερο μισθό.

Η ελληνική κρίση υπήρξε αποτέλεσμα ενός πολύ βαθύτερου μοντέλου: χρόνιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, υπερβολικού δανεισμού, στρεβλώσεων του κράτους, χαμηλής παραγωγικότητας, προβληματικού φορολογικού μηχανισμού, πελατειακού συστήματος και τελικά της απώλειας πρόσβασης της χώρας στις αγορές.

Το να συμπυκνώνεται αυτή η ιστορική καταστροφή στο «ζητούσαμε συνεχώς περισσότερα από το κράτος» είναι βολικό.

Γιατί μεταφέρει ένα σημαντικό μέρος της ευθύνης από τις κυβερνήσεις που διαχειρίζονταν το κράτος στους πολίτες που… ζητούσαν.

Και υπάρχει κάτι ακόμη.

Η Νέα Δημοκρατία κυβερνούσε τη χώρα από το 2004 έως το 2009.

Άρα, όταν επικαλείται κάποιος τις αυξήσεις της κυβέρνησης Καραμανλή λίγο πριν από τη χρεοκοπία, καλό είναι να θυμάται ότι αυτές δεν τις αποφάσισαν οι συνταξιούχοι.

Τις αποφάσισε η κυβέρνηση.

Η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν σημαίνει κοινωνική σιωπή

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πολιτική παγίδα.

Φυσικά η Ελλάδα δεν μπορεί να επιστρέψει στην εποχή των ανεξέλεγκτων ελλειμμάτων.

Φυσικά δεν υπάρχουν απεριόριστα χρήματα.

Φυσικά κάθε κυβέρνηση οφείλει να προστατεύει τη δημοσιονομική σταθερότητα.

Από αυτό όμως μέχρι να αντιμετωπίζεται περίπου ως επικίνδυνο «ανικανοποίητο» η απαίτηση ενός πολίτη για καλύτερο διαθέσιμο εισόδημα υπάρχει τεράστια απόσταση.

Ο πολίτης που λέει ότι «δεν μου φτάνει ο μισθός» δεν ζητά κατ’ ανάγκην να εκτροχιαστεί ο προϋπολογισμός.

Ο συνταξιούχος που λέει ότι τα 400 ευρώ τον χρόνο δεν αλλάζουν δραματικά τη ζωή του δεν σχεδιάζει το επόμενο μνημόνιο.

Περιγράφει την πραγματικότητά του.

Και μια κυβέρνηση πρέπει να μπορεί να ακούει αυτή την πραγματικότητα χωρίς να απαντά:

«Προσέξτε γιατί έτσι χρεοκοπήσαμε».

Το πιο αποκαλυπτικό σημείο: τα τεκμήρια

Υπάρχει όμως μέσα στη συνέντευξη και μια παραδοχή που αξίζει πολύ μεγαλύτερη προσοχή.

Για τα τεκμήρια των ελεύθερων επαγγελματιών ο Άδωνις Γεωργιάδης λέει ουσιαστικά:

Ναι, δημιουργήθηκε αδικία.

Και μάλιστα υποστηρίζει ότι ο ίδιος διαφωνούσε εξαρχής.

Πολύ ωραία.

Αλλά τότε προκύπτει μια απλή ερώτηση:

Ποιος δημιούργησε την αδικία;

Όχι η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όχι ο Τραμπ.

Όχι η διεθνής συγκυρία.

Όχι οι «αχόρταγοι» πολίτες.

Η ίδια η κυβέρνηση.

Και βεβαίως είναι θετικό όταν μια κυβέρνηση διορθώνει ένα λανθασμένο μέτρο.

Αλλά η διόρθωση ενός δικού σου λάθους δεν μπορεί να παρουσιάζεται περίπου ως απόδειξη της τελειότητας του συστήματος.

Είναι απόδειξη ότι το αρχικό σύστημα είχε πρόβλημα.

Και στις συντάξεις χρειάζεται ακρίβεια

Υπάρχει και εδώ μια επικοινωνιακή υπερβολή.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη πράγματι επανέφερε τις τακτικές αυξήσεις στις κύριες συντάξεις από το 2023, μετά το πολυετές «πάγωμα».

Αυτό είναι πραγματικό και σημαντικό.

Όμως η προσωπική διαφορά δεν εξαφανίστηκε τότε ως διά μαγείας για όλους. Για χρόνια υπήρχαν συνταξιούχοι που έβλεπαν ονομαστικές αυξήσεις αλλά όχι αντίστοιχη καθαρή αύξηση στην τσέπη τους εξαιτίας του συμψηφισμού.

Άρα ακόμη και ένα πραγματικό κυβερνητικό επίτευγμα χρειάζεται να περιγράφεται όπως ακριβώς είναι.

Όχι μεγαλύτερο.

Όχι μικρότερο.

Για το «Προλαμβάνω», αντίθετα, τα πράγματα είναι διαφορετικά

Εδώ πρέπει να είμαστε δίκαιοι.

Η συνέχιση ενός οργανωμένου προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου με εθνική χρηματοδότηση είναι ουσιαστική δημόσια πολιτική.

Εφόσον πράγματι εξασφαλίζονται περίπου 300 εκατ. ευρώ για τέσσερα χρόνια, πρόκειται για θετική εξέλιξη.

Η πρόληψη για καρκίνο και καρδιαγγειακά νοσήματα μπορεί να σώσει ζωές και ταυτόχρονα να περιορίσει μακροπρόθεσμα το κόστος για το ΕΣΥ.

Δεν χρειάζεται να μηδενίζουμε τα πάντα για να ασκήσουμε σκληρή κριτική.

Το αντίθετο.

Όταν αναγνωρίζεις αυτό που είναι σωστό, αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα η κριτική σου σε αυτό που είναι λάθος.

Και κάπου εδώ επιστρέφουμε στην «ευημερία»

Η κυβέρνηση έχει απολύτως θεμιτό δικαίωμα να υπερασπίζεται την οικονομική της πολιτική.

Μπορεί να μιλήσει για ανάπτυξη.

Για επενδυτική βαθμίδα.

Για μείωση της ανεργίας.

Για αύξηση μισθών.

Για καλύτερη δημοσιονομική εικόνα.

Για αύξηση εσόδων που δημιουργεί περιθώριο φοροελαφρύνσεων και παροχών.

Όλα αυτά αποτελούν πολιτικά επιχειρήματα που μπορούν να συζητηθούν με στοιχεία.

Αλλά όταν από αυτά περνάς στο:

«Ζούμε την πιο συγκλονιστική περίοδο ευημερίας στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες»

τότε αλλάζεις γήπεδο.

Γιατί πλέον δεν μιλάς για μακροοικονομικούς δείκτες.

Μιλάς για τη ζωή των ανθρώπων.

Και εκεί τον τελευταίο λόγο δεν τον έχει ούτε ένας υπουργός ούτε ένας πίνακας του υπουργείου Οικονομικών.

Τον έχει το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού στις 25 του μήνα.

Η κυβέρνηση έχει πράγματα να υπερασπιστεί. Δεν χρειάζεται να παρουσιάζει μια άλλη Ελλάδα

Αυτό είναι τελικά το παράδοξο.

Η σημερινή κυβέρνηση διαθέτει πραγματικά οικονομικά επιτεύγματα που μπορεί να επικαλεστεί.

Ακριβώς γι’ αυτό είναι ακατανόητη η ανάγκη να φτάνει σε τέτοιες υπερβολές.

Άλλο «η Ελλάδα έχει βελτιωθεί».

Άλλο «η Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτερα από αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες».

Άλλο «έχουμε μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια».

Και εντελώς άλλο:

«Ζούμε συγκλονιστική ευημερία».

Γιατί ο πολίτης μπορεί να δεχτεί ότι η οικονομία πηγαίνει καλύτερα και ταυτόχρονα να σου πει ότι ο ίδιος δυσκολεύεται.

Και ξέρετε κάτι;

Μπορεί να έχει δίκιο και στα δύο.

Η σοβαρή πολιτική αρχίζει ακριβώς από την αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας.

Όχι από την προσπάθεια να πειστεί ο πολίτης ότι, αφού δεν χρεοκοπήσαμε και αφού άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν προβλήματα, θα πρέπει περίπου να αισθάνεται και ευγνώμων που δυσκολεύεται μέσα σε μια «συγκλονιστική περίοδο ευημερίας».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ