Η ακρίβεια δεν γεννήθηκε στον πόλεμο: Το βολικό άλλοθι των «διεθνών κρίσεων» και η πραγματικότητα στο ελληνικό ράφι

Υπάρχει μια εξαιρετικά βολική θεωρία για την ακρίβεια: για όλα φταίει κάτι που συμβαίνει κάπου αλλού.

Ο πόλεμος. Η Ουκρανία. Η Μέση Ανατολή. Τα ασφάλιστρα των πλοίων. Η στάθμη του Ρήνου. Η κλιματική αλλαγή. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες.

Όλα αυτά είναι πραγματικά. Όλα επηρεάζουν, σε διαφορετικό βαθμό, το διεθνές κόστος παραγωγής και μεταφοράς τροφίμων.

Αλλά από αυτό μέχρι να καταλήγουμε ότι όποιος μιλά για καρτέλ, ολιγοπώλια, αισχροκέρδεια ή ανεπαρκείς κυβερνητικούς ελέγχους είναι περίπου οικονομικά αναλφάβητος, υπάρχει ένα τεράστιο λογικό άλμα.

Και, κυρίως, υπάρχει μια πολύ βολική πολιτική αθώωση της κυβέρνησης.

Δηλαδή πριν από τους πολέμους δεν ανέβαιναν οι τιμές;

Ας ξεκινήσουμε από το απλούστερο.

Οι τιμές στην Ελλάδα δεν άρχισαν να αυξάνονται επειδή σήμερα κάποια πλοία πληρώνουν ακριβότερη ασφάλιση.

Αυξήσεις είχαμε πριν. Αυξήσεις έχουμε κατά τη διάρκεια των κρίσεων. Και αυξήσεις βλέπουμε συχνά ακόμη και όταν οι διεθνείς τιμές πρώτων υλών ή ενέργειας αποκλιμακώνονται.

Αν η διεθνής συγκυρία εξηγούσε σχεδόν ολόκληρη την ακρίβεια, θα έπρεπε να βλέπουμε μια σχεδόν μηχανική σχέση:

Ανεβαίνει το διεθνές κόστος; Ανεβαίνει το ράφι.

Πέφτει το διεθνές κόστος; Πέφτει αντίστοιχα το ράφι.

Έτσι λειτουργεί;

Ούτε κατά διάνοια.

Και το αναγνωρίζει εμμέσως η ίδια η κυβέρνηση. Τον Ιούνιο, όταν υποχωρούσαν διεθνείς πιέσεις, το Υπουργείο Ανάπτυξης ζητούσε από βιομηχανίες και σούπερ μάρκετ η αποκλιμάκωση να περάσει στις τιμές των προϊόντων.

Γιατί χρειάζεται κυβερνητική παρέμβαση για να περάσει η μείωση;

Ακριβώς επειδή η αγορά δεν μεταφέρει αυτομάτως και συμμετρικά κάθε μείωση κόστους στον καταναλωτή.

Και τα «καρτέλ» είναι φαντασίωση;

Εδώ η ειρωνεία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

Η ίδια κυβέρνηση που εμφανίζεται να απορρίπτει ως λαϊκισμό τη συζήτηση για στρεβλώσεις στην αγορά έχει θεσπίσει πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, υποχρεώσεις γνωστοποίησης αυξήσεων τιμών και παρεμβάσεις στις εμπορικές πρακτικές προμηθευτών και λιανεμπορίου.

Το Υπουργείο Ανάπτυξης έχει μάλιστα περιγράψει επισήμως πρακτικές που «νόθευαν τον ανταγωνισμό» και έχει επιβάλει net pricing στα νωπά προϊόντα ακριβώς για μεγαλύτερη διαφάνεια στην τιμολόγηση.

Τον Ιούνιο του 2026 ο ίδιος ο υπουργός Ανάπτυξης δήλωνε ότι το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους καλύπτει σούπερ μάρκετ, χονδρεμπόρους και βιομηχανία τροφίμων.

Γιατί χρειάζεται πλαφόν εάν το μόνο πρόβλημα είναι η Ουκρανία και ο Ρήνος;

Γιατί χρειάζονται έλεγχοι;

Γιατί υπάρχουν πρόστιμα;

Γιατί χρειάζονται κανόνες για το περιθώριο κέρδους;

Ή λειτουργεί τέλεια η αγορά ή χρειάζεται παρέμβαση επειδή υπάρχουν στρεβλώσεις. Και τα δύο μαζί δύσκολα στέκουν.

Προσοχή όμως: άλλο «υπάρχουν στρεβλώσεις, ολιγοπωλιακές αγορές και προβλήματα ανταγωνισμού» και άλλο να βαφτίζουμε χωρίς αποδείξεις κάθε κλάδο «καρτέλ». Το δεύτερο πράγματι είναι λαϊκισμός.

Το πρώτο είναι απολύτως νόμιμο και αναγκαίο οικονομικό ερώτημα.

Το μεγάλο κόλπο: κοινωνικοποιούμε την αύξηση, ξεχνάμε τη μείωση

Υπάρχει όμως ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον φαινόμενο.

Όταν ανεβαίνει η ενέργεια, ακούμε:

«Αναγκαστικά θα αυξηθούν οι τιμές».

Όταν ακριβαίνουν οι μεταφορές:

«Αναγκαστικά θα περάσει στο προϊόν».

Όταν ανεβαίνει μια πρώτη ύλη:

«Δεν γίνεται διαφορετικά».

Ωραία.

Όταν όμως πέσει;

Τότε αρχίζει μια παράξενη σιωπή.

Η ίδια η κυβερνητική προσπάθεια του 2026 είναι αποκαλυπτική. Η κυβέρνηση χρειάστηκε να συμφωνήσει με βιομηχανίες και λιανεμπόριο μειώσεις τιμών, αρχικά μέσω μιας συμφωνίας που χαρακτηρίστηκε ακόμη και ως «gentleman’s agreement».

Αργότερα ανακοίνωσε περισσότερους από 1.740 κωδικούς προϊόντων με μειώσεις τιμών στο πλαίσιο της σχετικής πρωτοβουλίας.

Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η περίφημη «αγορά» δεν αποτελεί έναν αυτόματο μηχανισμό που μεταφέρει πιστά το διεθνές κόστος στο ράφι.

Και υπάρχει ο ελέφαντας στο δωμάτιο: οι φόροι

Υπάρχει όμως κάτι που ούτε ο Πούτιν, ούτε η Ουκρανία, ούτε ο Ρήνος, ούτε τα ασφάλιστρα των πλοίων αποφασίζουν.

Τον ΦΠΑ τον αποφασίζει η ελληνική κυβέρνηση.

Ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ παραμένει 24%, ενώ πολλά τρόφιμα υπάγονται στον μειωμένο συντελεστή 13%.

Επομένως υπάρχει μια απολύτως θεμιτή πολιτική συζήτηση:

Γιατί η κυβέρνηση δεν προχωρεί σε μεγαλύτερη και στοχευμένη μείωση της έμμεσης φορολογίας σε βασικά είδη διατροφής;

Μπορεί να αντιτείνει ότι υπάρχει δημοσιονομικό κόστος. Μπορεί να υποστηρίξει ότι μια μείωση ΦΠΑ δεν θα περάσει ολόκληρη στον καταναλωτή.

Αυτά είναι επιχειρήματα που συζητούνται.

Αλλά τότε ας συζητήσουμε αυτά.

Όχι ότι περίπου δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση επειδή φούσκωσε ο Ρήνος ή ανέβηκε η ασφάλιση ενός πλοίου.

Το ισχυρότερο αντεπιχείρημα είναι η ίδια η κυβέρνηση

Και υπάρχει κάτι σχεδόν κωμικό στην προσπάθεια να παρουσιάζεται η ακρίβεια ως σχεδόν αποκλειστικά εξωγενές φαινόμενο.

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει όταν οι τιμές πέφτουν.

Τον Αύγουστο ανακοίνωσε ότι 750 επώνυμοι κωδικοί και 100 προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας είχαν ενταχθεί στην πρωτοβουλία μειώσεων, με μέση μείωση περίπου 7%.

Αργότερα το Υπουργείο Ανάπτυξης ανακοίνωσε πάνω από 1.740 κωδικούς και μέση μείωση 9,5%.

Άρα όταν μειώνονται οι τιμές, είναι αποτέλεσμα κυβερνητικής πολιτικής.

Όταν αυξάνονται, φταίει ο πόλεμος.

Πολύ βολικό.

Δεν μπορεί η κυβέρνηση να ζητά πολιτικό μέρισμα για κάθε αποκλιμάκωση και ταυτόχρονα να δηλώνει αναρμόδια για κάθε αύξηση.

Ναι στις διεθνείς αιτίες. Όχι στο άλλοθι

Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν ισχυρίζεται ότι μια χώρα όπως η Ελλάδα μπορεί να απομονωθεί από τις διεθνείς τιμές.

Φυσικά επηρεάζεται.

Αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια.

Η άλλη μισή βρίσκεται μέσα στη χώρα.

Στον ανταγωνισμό.

Στη δομή της αγοράς.

Στα περιθώρια κέρδους.

Στους ελέγχους.

Στη φορολογία.

Στην αποτελεσματικότητα της Επιτροπής Ανταγωνισμού και των ελεγκτικών μηχανισμών.

Και τελικά στην πολιτική βούληση μιας κυβέρνησης που βρίσκεται στην εξουσία επτά χρόνια.

Γι’ αυτό το πραγματικά λαϊκιστικό επιχείρημα δεν είναι το «για όλα φταίνε τα καρτέλ».

Αυτό είναι απλώς μια υπεραπλούστευση.

Εξίσου λαϊκιστικό είναι το “για όλα φταίνε οι πόλεμοι”.

Γιατί όταν ένα πρόβλημα διαρκεί περισσότερο από μία κρίση, όταν οι αυξήσεις εμφανίζονται και πριν και μετά από αυτήν και όταν η ίδια η κυβέρνηση αναγκάζεται να βάζει πλαφόν, να πραγματοποιεί ελέγχους και να παρακαλά επιχειρήσεις να μειώσουν τιμές, τότε δεν μπορείς να δείχνεις συνέχεια τον χάρτη της Ουκρανίας.

Κάποια στιγμή πρέπει να κοιτάξεις και την απόδειξη του ελληνικού σούπερ μάρκετ.

Και, κυρίως, να απαντήσεις στο ερώτημα που πραγματικά ενδιαφέρει τον πολίτη:

Εσύ, ως κυβέρνηση, τι έκανες για να είναι μικρότερη;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ