Λοβέρδος και κόκκινα δάνεια: Όταν το «δεν γίνεται» παρουσιάζεται ως νομικό αξίωμα

Ο Ανδρέας Λοβέρδος επέλεξε να εμφανιστεί ως ο άνθρωπος του «ρεαλισμού» απέναντι στις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για τα κόκκινα δάνεια.

«Δεν θέλω να κοροϊδεύουμε τον κόσμο», λέει. Και επικαλείται μάλιστα το ενωσιακό δίκαιο και τη νομολογία για να υποστηρίξει ότι κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει έναν πιστωτή να συμφωνήσει με τον οφειλέτη.

Ωραία φράση.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα:

άλλο πράγμα να μην μπορεί ο οφειλέτης να επιβάλει μονομερώς όποια ρύθμιση θέλει και άλλο να υποστηρίζουμε ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να θεσπίσει υποχρεωτικούς κανόνες, διαδικασίες, κριτήρια και περιορισμούς για τράπεζες, funds και servicers.

Αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο.

Και όταν συγχέονται, το «δεν θέλω να κοροϊδεύουμε τον κόσμο» κινδυνεύει να γίνει το ίδιο παραπλανητικό με αυτό που υποτίθεται ότι καταγγέλλει.

Δηλαδή το κράτος δεν μπορεί να νομοθετήσει;

Ας πάρουμε στα σοβαρά τη λογική του.

Εάν η σχέση πιστωτή και οφειλέτη ήταν ένα πεδίο στο οποίο ο νομοθέτης δεν μπορεί να επιβάλει κανόνες επειδή απαιτείται πάντοτε η ελεύθερη συναίνεση του πιστωτή, τότε προς τι ολόκληρο το πλέγμα προστασίας του οφειλέτη;

Προς τι οι διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Προς τι ο εξωδικαστικός μηχανισμός;

Προς τι οι κανόνες για καταχρηστικές πρακτικές, η προστασία της κύριας κατοικίας που ίσχυσε στο παρελθόν, οι αναστολές αναγκαστικής εκτέλεσης και οι δικαστικές ρυθμίσεις χρεών;

Το κράτος προφανώς μπορεί να παρεμβαίνει στη σχέση πιστωτή και οφειλέτη.

Το κρίσιμο νομικό ερώτημα δεν είναι αν «μπορεί να παρέμβει». Είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η παρέμβαση, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιες εγγυήσεις.

Αυτή είναι μια πολύ διαφορετική συζήτηση από το απόλυτο «δεν γίνεται».

Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ενοχλητικό

Ο Λοβέρδος λέει επανειλημμένα:

«Έχει κριθεί».

Πού ακριβώς;

Με ποια απόφαση;

Για ποια ακριβώς νομοθετική πρόταση;

Με ποιο σκεπτικό;

Ποια διάταξη του ενωσιακού δικαίου απαγορεύει συγκεκριμένα το μοντέλο που προτείνεται;

Γιατί σε μια σοβαρή νομική αντιπαράθεση δεν αρκεί να λες «επικαλούμαι τη νομολογία».

Επικαλείσαι ποια νομολογία.

Αριθμός απόφασης, δικαστήριο, πραγματικά περιστατικά, κρίσιμη διάταξη και κυρίως το εάν η απόφαση αφορά πράγματι το ίδιο νομικό ζήτημα.

Διαφορετικά έχουμε επίκληση αυθεντίας, όχι νομική τεκμηρίωση.

Το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν είναι το «δεν γίνεται» της ελληνικής πολιτικής

Υπάρχει και μια παλιά, βολική πολιτική συνήθεια στην Ελλάδα.

Όταν μια κυβέρνηση ή ένας πολιτικός δεν θέλει να κάνει κάτι, εμφανίζεται κάποια στιγμή η Ευρώπη:

«Δεν μας αφήνει η Ευρωπαϊκή Ένωση».

«Απαγορεύεται από το ευρωπαϊκό δίκαιο».

«Δεν γίνεται».

Μόνο που το ενωσιακό δίκαιο δεν είναι μία πρόταση τριών λέξεων.

Υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανόνες για την προστασία των καταναλωτών, για τις πιστωτικές συμβάσεις, για τους servicers, για τις καταχρηστικές ρήτρες, για την αφερεγγυότητα και για την αποτελεσματική δικαστική προστασία.

Άρα, εάν ο Λοβέρδος υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη πρόταση του ΠΑΣΟΚ παραβιάζει συγκεκριμένη ευρωπαϊκή διάταξη, αυτό πρέπει να αποδειχθεί συγκεκριμένα.

Όχι με το «δυστυχώς έχει κριθεί».

Ο ίδιος ο διάλογος αποκαλύπτει την αδυναμία του επιχειρήματος

Υπάρχει μάλιστα μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα στιγμή στο βίντεο.

Ο συνομιλητής του λέει:

«Η Νέα Δημοκρατία λέει ότι για να ισχύσει κάτι πρέπει να το προβλέπει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο».

Και ο Λοβέρδος απαντά:

«Όχι, να μην το απαγορεύει».

Ακριβώς!

Και εδώ ο ίδιος ουσιαστικά θέτει τον σωστό πήχη.

Δεν χρειάζεται το ευρωπαϊκό δίκαιο να γράφει αυτολεξεί μια ελληνική νομοθετική πρόταση για να μπορεί αυτή να ψηφιστεί.

Πρέπει να εξεταστεί αν την απαγορεύει και αν η προτεινόμενη παρέμβαση είναι συμβατή με το συνολικό ευρωπαϊκό και συνταγματικό πλαίσιο.

Επομένως, ας παρουσιαστεί η απαγόρευση.

Το πιο σοβαρό ερώτημα αφορά τα funds

Ο συνομιλητής του θέτει και ένα διαφορετικό ζήτημα: πιθανές διασυνδέσεις funds και servicers, κοινά οικονομικά συμφέροντα και πραγματικούς δικαιούχους.

Και ο ίδιος ο Λοβέρδος εμφανίζεται να αναγνωρίζει ότι βλέποντας «την αλληλουχία των μετόχων» μπορεί να υπάρχει ζήτημα, λέγοντας μάλιστα:

«Καταλαβαίνω ότι ο τελικός αποδέκτης μου είναι άγνωστος».

Εδώ λοιπόν γεννάται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα.

Εάν υπάρχουν πραγματικά προβλήματα διαφάνειας, συγκρούσεων συμφερόντων ή εταιρικών διασυνδέσεων, η απάντηση μιας οργανωμένης Πολιτείας ποια πρέπει να είναι;

«Δεν γίνεται τίποτα επειδή το θέμα κρίθηκε»;

Ή περισσότερη διαφάνεια, αυστηρότεροι κανόνες και αποτελεσματικότερος έλεγχος;

Οι δανειολήπτες δεν χρειάζονται ούτε παραμύθια ούτε το «δεν γίνεται»

Σε ένα μόνο σημείο ο Λοβέρδος έχει απόλυτο δίκιο:

δεν πρέπει κανείς να κοροϊδεύει τον κόσμο.

Ακριβώς γι’ αυτό όμως δεν πρέπει να κοροϊδεύουμε τον κόσμο ούτε από την ανάποδη.

Λαϊκισμός δεν είναι μόνο να λες:

«Θα σας λύσω όλα τα δάνεια».

Λαϊκισμός μπορεί να γίνει και το:

«Τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να γίνει, το απαγορεύει η Ευρώπη, έχει κριθεί, τέλος».

Η σοβαρή πολιτική βρίσκεται ανάμεσα στα δύο.

Το ΠΑΣΟΚ οφείλει ασφαλώς να παρουσιάσει με ακρίβεια πώς θα λειτουργήσει η πρότασή του, ποια θα είναι τα κριτήρια και πώς θα σταθεί νομικά.

Αλλά και ο Ανδρέας Λοβέρδος, εφόσον επιλέγει να την απορρίψει χρησιμοποιώντας το βαρύ επιχείρημα του ενωσιακού δικαίου και της νομολογίας, έχει μια εξίσου απλή υποχρέωση:

να μας δείξει το άρθρο και την απόφαση που λένε ότι απαγορεύεται.

Γιατί διαφορετικά το περίφημο «δεν θέλω να κοροϊδεύουμε τον κόσμο» επιστρέφει σαν μπούμερανγκ.

Και το ερώτημα γίνεται πλέον:

Ποιος ακριβώς κοροϊδεύει ποιον;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ