Υπάρχει ένας πολύ βολικός τρόπος να παρουσιάσεις την οικονομική πολιτική μιας κυβέρνησης: κρατάς μόνο τα 2,2 δισ. ευρώ των μέτρων, τα βαφτίζεις «μέρισμα ανάπτυξης», αυτοανακηρύσσεσαι εκπρόσωπος της δημοσιονομικής σοβαρότητας και στέλνεις όλους τους υπόλοιπους στο «ταμείο της φαντασίας».
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Η πραγματική οικονομία δεν είναι κομματική ανάρτηση στο Facebook.
Και κυρίως, τα χρήματα που «επιστρέφει» ένα κράτος στους πολίτες δεν εμφανίζονται ως διά μαγείας στο υπουργείο Οικονομικών. Προηγουμένως κάπου εισπράχθηκαν.
Ποιο ακριβώς είναι το «μέρισμα»;
Το πρώτο τέχνασμα βρίσκεται ήδη στη φράση «επιστρέφει το μέρισμα της ανάπτυξης στην κοινωνία».
Ακούγεται υπέροχο.
Σαν να δημιουργήθηκε ένας τεράστιος νέος πλούτος και η κυβέρνηση, γενναιόδωρα, αποφάσισε να μοιραστεί ένα κομμάτι του με τους πολίτες.
Μόνο που η αύξηση των δημοσίων εσόδων δεν προκύπτει αποκλειστικά από την πραγματική ανάπτυξη. Προκύπτει και από τη φορολογική συμμόρφωση, αλλά και από την ίδια τη λειτουργία των έμμεσων φόρων μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένων τιμών.
Και εδώ βρίσκεται η λεπτομέρεια που εξαφανίζεται από το πανηγυρικό αφήγημα:
όταν οι τιμές αυξάνονται, αυξάνεται σε απόλυτα ποσά και ο ΦΠΑ που πληρώνει ο καταναλωτής.
Αν ένα καλάθι προϊόντων κοστίζει ακριβότερα, το κράτος εισπράττει περισσότερα ευρώ από έναν ποσοστιαίο φόρο, εφόσον οι υπόλοιπες παράμετροι παραμένουν ίδιες.
Ο πολίτης, λοιπόν, πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ και πληρώνει περισσότερο.
Πηγαίνει στο πρατήριο και πληρώνει φόρους μέσα στην τιμή του καυσίμου.
Πληρώνει υπηρεσίες ακριβότερα.
Και όταν ένα μέρος του αυξημένου δημοσιονομικού χώρου επιστρέψει μέσω φοροελαφρύνσεων ή παροχών, εμφανίζεται ο κυβερνητικός αφηγητής για να του εξηγήσει ότι μόλις έλαβε…
«μέρισμα ανάπτυξης».
Λίγη αυτοσυγκράτηση δεν θα έβλαπτε.
«Χωρίς νέους φόρους» – λες και αυτό είναι το μόνο ερώτημα
Το δεύτερο επικοινωνιακό τρικ είναι ακόμη καλύτερο:
«Χωρίς νέους φόρους».
Και ποιος είπε ότι το πρόβλημα του ελληνικού νοικοκυριού είναι αποκλειστικά εάν προστέθηκε ένας καινούργιος φόρος στον κατάλογο;
Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσα χρήματα φεύγουν συνολικά από την τσέπη του.
Ένας εργαζόμενος δεν πηγαίνει στο τέλος του μήνα στο σπίτι του χαρούμενος επειδή «δεν θεσπίστηκε νέος φόρος».
Κοιτάζει τι απέμεινε από τον μισθό του.
Κοιτάζει το ενοίκιο.
Το σούπερ μάρκετ.
Το ρεύμα.
Τα καύσιμα.
Τις ασφαλιστικές εισφορές και τους φόρους.
Και τότε διαπιστώνει πόση σημασία έχει για την πραγματική ζωή του η κυβερνητική διαβεβαίωση ότι δεν προστέθηκε άλλος ένας φόρος.
Είναι περίπου σαν να κουβαλάς δέκα βαριές βαλίτσες και κάποιος να σου ζητά να τον ευχαριστήσεις επειδή…
δεν σου φόρτωσε και την ενδέκατη.
Όταν τα δικά μας δισεκατομμύρια είναι «σοβαρότητα» και των άλλων «λαϊκισμός»
Ακολουθεί το γνωστό δίπολο.
Τα 2,2 δισ. της κυβέρνησης είναι «δημοσιονομική σοβαρότητα».
Οι προτάσεις των αντιπάλων είναι «ανέξοδος λαϊκισμός από το άδειο ταμείο της φαντασίας».
Πολύ βολικό.
Αλλά υπάρχει μια καλύτερη μέθοδος.
Λέγεται αριθμητική.
Κάθε μέτρο, είτε το προτείνει η ΝΔ είτε το ΠΑΣΟΚ είτε οποιοσδήποτε άλλος, πρέπει να περνά από τα ίδια ερωτήματα:
Πόσο κοστίζει;
Από πού χρηματοδοτείται;
Είναι μόνιμο ή προσωρινό;
Ποιοι ωφελούνται;
Ποια είναι η δημοσιονομική επίπτωσή του;
Είναι συμβατό με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς περιορισμούς;
Όποιος δεν μπορεί να απαντήσει, πράγματι λαϊκίζει.
Ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας.
Το «όταν τα δίνουμε εμείς είναι υπευθυνότητα, όταν τα προτείνουν οι άλλοι είναι λεφτόδεντρα» δεν είναι οικονομική ανάλυση.
Είναι κομματικό φυλλάδιο.
Το «κεφάλαιο ζωής» θέλει αριθμούς, όχι ποίηση
Και μετά φτάνουμε στο υποτιθέμενο «μέτρο-έκπληξη» για τους νέους.
Το κράτος, μας λένε, «γίνεται συν-αποταμιευτής με την οικογένεια» και δημιουργεί για κάθε παιδί «ένα πραγματικό κεφάλαιο ζωής».
Εξαιρετικό σλόγκαν.
Αλλά επειδή μιλάμε για δημόσια πολιτική και όχι για διαφήμιση ασφαλιστικής εταιρείας, υπάρχουν ορισμένες λεπτομέρειες που προηγούνται των χειροκροτημάτων.
Πόσο θα καταβάλλεται; Για πόσο; Ποια θα είναι η συμμετοχή του κράτους; Ποιοι θα δικαιούνται την ενίσχυση; Πότε θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα χρήματα; Και κυρίως, τι πραγματικό κεφάλαιο θα έχει δημιουργηθεί όταν το παιδί φτάσει στην ηλικία που θα μπορεί να το αξιοποιήσει;
Γιατί άλλο 2.000 ευρώ και άλλο 20.000.
Μέχρι να έχουμε τα πλήρη χαρακτηριστικά και την εφαρμογή ενός μέτρου, το «κεφάλαιο ζωής» είναι πρωτίστως πολιτικό branding.
Και τώρα πρέπει να χειροκροτήσουμε επειδή… παραδέχθηκε τα λάθη του;
Το αποκορύφωμα όμως έρχεται εδώ:
«Αναγνώρισε τα λάθη του».
Και αυτό παρουσιάζεται σχεδόν σαν νέο κυβερνητικό επίτευγμα.
Συγγνώμη, αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ανέλαβε χθες.
Κυβερνά από το 2019.
Μετά από επτά χρόνια εξουσίας, ένας πρωθυπουργός δεν αξιολογείται επειδή απέκτησε την ευγενή ικανότητα να αναγνωρίζει ότι έγιναν λάθη.
Αξιολογείται για το πόσα διόρθωσε.
Διαφορετικά δημιουργούμε ένα καταπληκτικό σύστημα πολιτικής επιβράβευσης:
Η κυβέρνηση κάνει το λάθος.
Οι πολίτες υφίστανται τις συνέπειες.
Οι πολίτες διαμαρτύρονται.
Η κυβέρνηση τελικά παραδέχεται ότι είχαν δίκιο.
Και στο τέλος…
οι πολίτες πρέπει να χειροκροτήσουν την κυβέρνηση επειδή αναγνώρισε το λάθος της κυβέρνησης!
Ε, όχι.
Η αυτοκριτική είναι θετική.
Η αυτοκριτική όμως δεν είναι κυβερνητικό έργο.
Η διόρθωση είναι.
Και όταν δυσκολεύουν τα πράγματα, υπάρχει πάντα ένας… Τσίπρας
Και φυσικά, στο τέλος της ανάρτησης, εμφανίζεται το «rebranding».
Διότι φαίνεται πως ακόμη και το 2026 είναι αδύνατο να υπερασπιστεί κανείς την κυβέρνηση Μητσοτάκη χωρίς να εμφανιστεί κάπου ο Αλέξης Τσίπρας.
Υπάρχει όμως μια ενοχλητική ημερομηνία:
7 Ιουλίου 2019.
Από τότε ο Αλέξης Τσίπρας δεν κυβερνά.
Κυβερνά ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Επομένως, επτά χρόνια αργότερα, κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει το:
«Κοιτάξτε τι έκαναν οι προηγούμενοι»
και να αρχίσει το:
«Κοιτάξτε τι κάναμε εμείς».
Αυτό είναι άλλωστε το τίμημα της εξουσίας.
Όσο περισσότερο κυβερνάς, τόσο λιγότερους προηγούμενους μπορείς να επικαλείσαι.
Το πραγματικό «ταμείο» δεν βρίσκεται στο Μαξίμου
Τα μέτρα της ΔΕΘ μπορεί να περιλαμβάνουν θετικές παρεμβάσεις. Κάποιες μπορεί να είναι σημαντικές. Και φυσικά η δημοσιονομική σταθερότητα είναι πολύτιμη και δεν πρέπει να θυσιάζεται στον βωμό οποιασδήποτε προεκλογικής πλειοδοσίας.
Αλλά αυτό απέχει πολύ από την αγιογραφική εικόνα μιας κυβέρνησης που «δημιούργησε πλεόνασμα» και τώρα κατεβαίνει από το βουνό για να μοιράσει στους πολίτες το μέρισμά τους.
Το κράτος δεν έχει δικά του λεφτά.
Τα δημόσια έσοδα προέρχονται από την οικονομική δραστηριότητα και, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από τους ίδιους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
Γι’ αυτό το πραγματικό ταμείο της ΔΕΘ δεν θα γίνει στις κυβερνητικές αναρτήσεις.
Θα γίνει στο σούπερ μάρκετ.
Στο ενοίκιο.
Στο πρατήριο.
Στον λογαριασμό του ρεύματος.
Και κυρίως στις τελευταίες ημέρες κάθε μήνα.
Εκεί θα φανεί αν ο πολίτης απέκτησε πραγματικά μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη ή απλώς πήρε πίσω ένα μέρος από αυτά που είχε ήδη πληρώσει ακριβότερα και του παρουσιάστηκαν στη συνέχεια, με ωραίο περιτύλιγμα, ως «μέρισμα ανάπτυξης».
Γιατί στο τέλος υπάρχει μία οικονομική πραγματικότητα που κανένα επικοινωνιακό επιτελείο δεν μπορεί να κάνει rebranding:
Δεν έχει σημασία πόσα δισεκατομμύρια ανακοινώνεις ότι «επιστρέφεις».
Σημασία έχει πόσα ευρώ μένουν στην τσέπη του πολίτη όταν κλείνει ο μήνας.



