Υπάρχει κάτι εντυπωσιακό στο άρθρο του Σάκη Μουμτζή με τίτλο «Μην δώσεις το βίντεο της Λεπτοκαρυάς — δεν μας βολεύει».
Ξεκινά από ένα συγκεκριμένο ζήτημα —τις αναφορές του Νίκου Πλακιά για βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας— και μέσα σε λίγες παραγράφους καταλήγει σε μια ολόκληρη θεωρία περί «ημεδαπών και αλλοδαπών κέντρων», «πολλών χρημάτων», «επαγγελματικής οργάνωσης» και πολιτικού σχεδίου που λίγο έλειψε να ρίξει την κυβέρνηση.
Και όλα αυτά σε ένα άρθρο που υποτίθεται ότι καταγγέλλει τους άλλους για θεωρίες χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.
Το ακόμη σοβαρότερο, όμως, είναι άλλο:
Με αυτή την κατασκευή η συζήτηση μετακινείται από το βασικό ερώτημα των Τεμπών —πώς και γιατί δύο τρένα βρέθηκαν στην ίδια γραμμή και σκοτώθηκαν 57 άνθρωποι— σε μια συζήτηση για το ξυλόλιο, τους πραγματογνώμονες, τις συγκεντρώσεις και τα υποτιθέμενα κέντρα που ήθελαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση.
Και κάπως έτσι οι πραγματικές, θεσμικές και διοικητικές ευθύνες κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από το κάδρο.
Ας ξεκινήσουμε από εκεί που πράγματι υπάρχει θέμα
Εάν υπήρξε βίντεο από τη Λεπτοκαρυά που μπορούσε να βοηθήσει την έρευνα και κάποιοι πράγματι προέτρεψαν να μη δοθεί στις ανακριτικές αρχές, αυτό είναι σοβαρό ζήτημα και πρέπει να διερευνηθεί.
Χωρίς «ναι μεν».
Ποιος το είπε;
Σε ποιον;
Γιατί;
Τι ακριβώς γνώριζε;
Όλα στο φως.
Το ίδιο ισχύει για οποιονδήποτε πραγματογνώμονα διατύπωσε ισχυρισμούς που τελικά αποδεικνύονται επιστημονικά λανθασμένοι. Να κριθεί από τα στοιχεία.
Από αυτό όμως μέχρι το:
«όλοι αυτοί αποτελούσαν μέρος μιας μεθοδευμένης απάτης που οργανώθηκε από ημεδαπά και αλλοδαπά κέντρα για να γκρεμίσει την κυβέρνηση»
υπάρχει μια απόσταση που δεν καλύπτεται με επιχειρήματα.
Καλύπτεται μόνο με υποθέσεις.
Πού είναι λοιπόν τα «αλλοδαπά κέντρα»;
Ο αρθρογράφος γράφει ότι στόχος «ημεδαπών και αλλοδαπών κέντρων» ήταν να πέσει η κυβέρνηση.
Πολύ σοβαρός ισχυρισμός.
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται πολύ σοβαρή τεκμηρίωση.
Ποια ήταν τα αλλοδαπά κέντρα;
Σε ποια χώρα βρίσκονταν;
Ποιοι άνθρωποι συμμετείχαν;
Πώς συνδέονταν μεταξύ τους;
Ποιος χρηματοδότησε την επιχείρηση;
Πού πήγαν τα «πολλά λεφτά» που αναφέρει;
Ποιος οργάνωσε τις συγκεντρώσεις;
Ποιος έδωσε τις εντολές;
Ποιο αποδεικτικό στοιχείο συνδέει όλα αυτά μεταξύ τους;
Το συγκεκριμένο άρθρο δεν παρουσιάζει τέτοια στοιχεία. Παρουσιάζει το συμπέρασμα.
Και εδώ έχουμε μια πραγματικά εντυπωσιακή αντίφαση:
Για να καταγγείλουμε τη μία υποτιθέμενη συνωμοσιολογία, κατασκευάζουμε μια δεύτερη, ακόμη μεγαλύτερη.
Και οι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες ήταν μέρος του «σχεδίου»;
Ακόμη πιο προβληματική είναι η προσπάθεια να ενταχθούν οι τεράστιες συγκεντρώσεις για τα Τέμπη στην ίδια αφήγηση.
Η πραγματοποίηση οργανωμένων συγκεντρώσεων δεν αποδεικνύει από μόνη της σχέδιο ανατροπής κυβέρνησης.
Ούτε αποδεικνύει ότι όσοι κατέβηκαν στον δρόμο υιοθετούσαν την ίδια άποψη για το φορτίο της εμπορικής αμαξοστοιχίας.
Ανάμεσα στους πολίτες υπήρχαν άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, διαφορετικών κομμάτων και άνθρωποι χωρίς κομματική ένταξη.
Το κοινό τους αίτημα δεν ήταν υποχρεωτικά:
«βρείτε το ξυλόλιο».
Ήταν:
«βρείτε τι συνέβη και αποδώστε τις ευθύνες».
Η διαφορά είναι τεράστια.
Και αυτό μας οδηγεί στο μεγαλύτερο πρόβλημα της επιχειρηματολογίας.
Τα Τέμπη δεν είναι το ξυλόλιο
Ας κάνουμε την υπόθεση που ευνοεί περισσότερο το άρθρο.
Ας υποθέσουμε ότι αποδεικνύεται οριστικά πως η εμπορική αμαξοστοιχία δεν μετέφερε κανένα παράνομο φορτίο.
Τελείωσε λοιπόν η υπόθεση των Τεμπών;
Φυσικά όχι.
Γιατί παραμένει ένα πολύ απλό ερώτημα:
ΠΩΣ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΔΥΟ ΤΡΕΝΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΓΡΑΜΜΗ;
Και εδώ πλέον δεν μιλάμε για δημοσιογραφικές εκτιμήσεις, Facebook αναρτήσεις ή «απίθανους πραγματογνώμονες».
Το επίσημο πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ αναφέρει ότι η σύγκρουση συνέβη επειδή οι δύο αμαξοστοιχίες κινούνταν σε αντίθετες κατευθύνσεις στην ίδια γραμμή μεταξύ Λάρισας και Νέων Πόρων.
Και δεν σταματά εκεί.
Καταγράφει έναν σιδηρόδρομο που είχε υποστεί πολυετή υποβάθμιση, ελλείψεις προσωπικού και συντήρησης, προβλήματα στις υποδομές ελέγχου, τηλεδιοίκησης και σηματοδότησης και σοβαρές αδυναμίες στη διαχείριση της ασφάλειας.
Αυτά δεν εξαφανίζονται εάν εξαφανιστεί το ξυλόλιο.
Το βίντεο μπορεί να δείξει το φορτίο. Δεν μπορεί να αθωώσει ένα σιδηροδρομικό σύστημα
Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό.
Ένα βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας μπορεί να αποτελέσει σημαντικό αποδεικτικό υλικό για το τι μετέφερε το τρένο.
Δεν μπορεί να απαντήσει γιατί δεν αποτράπηκε η σύγκρουση.
Δεν μπορεί να εξηγήσει την κατάσταση της σηματοδότησης.
Δεν μπορεί να απαντήσει για τη συντήρηση.
Δεν μπορεί να απαντήσει για την επάρκεια του προσωπικού.
Δεν μπορεί να απαντήσει για την εποπτεία.
Δεν μπορεί να απαντήσει για τη διαχείριση της ασφάλειας.
Και σίγουρα δεν μπορεί να μετατρέψει ένα δυστύχημα με 57 νεκρούς σε μια ιστορία που τελικά είχε ως πραγματικά θύματα… την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό.
Κι όμως, διαβάζοντας το άρθρο, φτάνουμε σχεδόν εκεί.
Από τους 57 νεκρούς φτάσαμε στην… ψυχική αντοχή του πρωθυπουργού
Υπάρχει μάλιστα ένα σημείο του άρθρου που είναι αποκαλυπτικό για τη μετατόπιση της οπτικής.
Ο αρθρογράφος φτάνει να αναρωτιέται για τις «ψυχικές αντοχές» του Κυριάκου Μητσοτάκη και εκτιμά ότι την περίοδο εκείνη ο πρωθυπουργός είχε πλησιάσει στα όριά του.
Δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε καμία εκτίμηση για την ψυχολογική κατάσταση οποιουδήποτε πολιτικού προσώπου.
Υπάρχει όμως λόγος να παρατηρήσουμε κάτι πολύ απλούστερο:
Το κέντρο βάρους έχει πλέον μετακινηθεί εντελώς.
Από τους 57 ανθρώπους που σκοτώθηκαν και από το πώς λειτουργούσε ο ελληνικός σιδηρόδρομος, η αφήγηση καταλήγει στο πόσο πολιτικά πιέστηκε η κυβέρνηση από την κοινωνική αντίδραση.
Μόνο που η κυβέρνηση δεν ήταν ένας εξωτερικός παρατηρητής της λειτουργίας του κράτους.
Τον Φεβρουάριο του 2023 κυβερνούσε ήδη σχεδόν τέσσερα χρόνια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι παθογένειες του ελληνικού σιδηροδρόμου δημιουργήθηκαν από τη συγκεκριμένη κυβέρνηση — το επίσημο πόρισμα μιλά ρητά για προβλήματα με βαθιές και διαχρονικές ρίζες.
Σημαίνει όμως ότι η πολιτική συζήτηση για το τι έγινε ή δεν έγινε κατά τη συγκεκριμένη κυβερνητική περίοδο είναι απολύτως θεμιτή και δεν εξαφανίζεται επειδή μπορεί να καταρρεύσει μια θεωρία για το φορτίο.
Και σήμερα δικάζονται 36 άνθρωποι για πολύ περισσότερα από το ξυλόλιο
Υπάρχει και μια πραγματικότητα που κάνει ακόμη δυσκολότερη την παρουσίαση της υπόθεσης περίπου ως μιας «απάτης».
Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία με 36 κατηγορουμένους.
Και δεν είναι 36… πραγματογνώμονες του ξυλολίου.
Πρόκειται, σύμφωνα με το κατηγορητήριο όπως έχει παρουσιαστεί από την ΕΡΤ, για στελέχη και υπαλλήλους του ΟΣΕ, της ΕΡΓΟΣΕ, του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, της Hellenic Train και της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων.
Οι κατηγορίες αφορούν μεταξύ άλλων τη Σύμβαση 717, την εποπτεία του δικτύου, τη μετάταξη του σταθμάρχη, τη λειτουργία του σταθμού της Λάρισας και τα μέτρα ασφαλείας στη γραμμή Λάρισα–Νέοι Πόροι.
Αυτή είναι η υπόθεση που εξετάζει σήμερα η Δικαιοσύνη.
Άρα το να μετατρέπεται ολόκληρη η δημόσια συζήτηση για τα Τέμπη σε:
«ξυλόλιο – απάτη – πραγματογνώμονες – κέντρα – σχέδιο ανατροπής Μητσοτάκη»
δεν απλοποιεί απλώς την πραγματικότητα.
Αφαιρεί από το κάδρο ένα τεράστιο κομμάτι της.
Το τέχνασμα: Κάνε το ξυλόλιο ολόκληρα τα Τέμπη
Η συλλογιστική λειτουργεί περίπου έτσι:
Υπήρξαν ισχυρισμοί για παράνομο φορτίο.
↓
Εάν αυτοί οι ισχυρισμοί αποδειχθούν λανθασμένοι, τότε υπήρξε «απάτη».
↓
Εάν υπήρξε «απάτη», τότε όσοι κινητοποιήθηκαν για τα Τέμπη εξαπατήθηκαν.
↓
Εάν εξαπατήθηκαν, τότε οι μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις δεν αφορούσαν πραγματικές ευθύνες αλλά έναν πολιτικό σχεδιασμό.
↓
Και τελικά η κυβέρνηση εμφανίζεται όχι ως ένας από τους θεσμικούς παράγοντες των οποίων οι πράξεις και παραλείψεις πρέπει να ελεγχθούν, αλλά σχεδόν ως θύμα μιας οργανωμένης επιχείρησης που προσπάθησε να την ανατρέψει.
Μόνο που το πρώτο δεν αποδεικνύει το δεύτερο.
Και το δεύτερο δεν αποδεικνύει το τρίτο.
Πρόκειται για μια αλυσίδα συμπερασμάτων στην οποία κάθε κρίκος χρειάζεται ξεχωριστή απόδειξη.
Υπήρχαν προβλήματα πολύ πριν ακουστεί η λέξη «ξυλόλιο»
Και υπάρχει ένα στοιχείο που γκρεμίζει ακόμη περισσότερο αυτή την κατασκευή.
Το επίσημο πόρισμα δεν περιγράφει ένα άψογο σιδηροδρομικό σύστημα που ξαφνικά δυσφημίστηκε μετά το δυστύχημα.
Περιγράφει υποβαθμισμένες υποδομές, διαρθρωτικές ελλείψεις προσωπικού, ανεπαρκή προληπτική συντήρηση συστημάτων ελέγχου, σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης και αδυναμίες των μηχανισμών εποπτείας και ασφάλειας.
Καταγράφει επίσης προβλήματα μετά τη σύγκρουση: έλλειψη πραγματικού συντονισμού των υπηρεσιών στον τόπο του δυστυχήματος και ελαττώματα στην αρχική συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, που οδήγησαν σε απώλεια δυνητικά σημαντικών πληροφοριών.
Αυτά είναι σημαντικά ακριβώς επειδή δείχνουν ότι η δυσπιστία που αναπτύχθηκε στην κοινωνία δεν χρειάζεται να εξηγηθεί υποχρεωτικά με «υπνωτιστές» και ξένα κέντρα.
Υπήρχαν πραγματικά γεγονότα και πραγματικές θεσμικές αστοχίες που τροφοδότησαν την αμφισβήτηση.
Αυτό δεν δικαιώνει κάθε θεωρία που διατυπώθηκε.
Εξηγεί όμως γιατί δεν μπορείς να βαφτίσεις συλλήβδην την κοινωνική αντίδραση «απάτη».
Άλλο η πυρόσφαιρα, άλλο η σύγκρουση, άλλο η πολιτική ευθύνη
Αυτές οι τρεις συζητήσεις πρέπει επιτέλους να χωριστούν.
Πρώτον: τι προκάλεσε τη μετωπική σύγκρουση.
Δεύτερον: τι προκάλεσε την πυρόσφαιρα και τις πυρκαγιές που ακολούθησαν.
Τρίτον: ποιες διοικητικές, θεσμικές, ποινικές και πολιτικές ευθύνες προκύπτουν από τη λειτουργία και την εποπτεία του σιδηροδρομικού συστήματος και από τη διαχείριση του δυστυχήματος.
Το ίδιο το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ τα αντιμετωπίζει ως διακριτά ζητήματα.
Επομένως, ακόμη και μια οριστική απάντηση στο δεύτερο δεν διαγράφει αυτομάτως το πρώτο και το τρίτο.
Τόσο απλά.
Και μια απαραίτητη διευκρίνιση: η ευθύνη δεν είναι μονοχρωματική
Εάν θέλουμε πραγματική αποδόμηση και όχι αντίστροφη προπαγάνδα, πρέπει να είμαστε ακριβείς.
Οι παθογένειες του ελληνικού σιδηροδρόμου δεν γεννήθηκαν το 2019.
Το επίσημο πόρισμα τις τοποθετεί σε βάθος χρόνου και αναφέρεται ρητά στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, στην υποχρηματοδότηση, στην υποβάθμιση των υποδομών και στη διαρθρωτική έλλειψη προσωπικού που είχαν συσσωρευτεί επί χρόνια.
Αυτό όμως δεν λειτουργεί ως απαλλακτικό πιστοποιητικό για οποιαδήποτε κυβέρνηση.
Το σωστό ερώτημα για κάθε περίοδο είναι:
Τι κατάσταση παρέλαβε, τι γνώριζε, τι μπορούσε να διορθώσει, τι έκανε, τι δεν έκανε και ποια ήταν η κατάσταση του δικτύου όταν συνέβη η τραγωδία;
Αυτό είναι σοβαρός έλεγχος εξουσίας.
Ούτε «για όλα φταίει μία κυβέρνηση» ούτε «για τίποτα δεν ευθύνεται επειδή τα προβλήματα ήταν παλιά».
Και τελικά, ποιος αλλάζει θέμα;
Το άρθρο κατηγορεί ένα ολόκληρο «σύστημα» ότι προσπάθησε να παραπλανήσει την κοινωνία.
Αλλά ας κοιτάξουμε τι συμβαίνει στην ίδια του την επιχειρηματολογία.
Ξεκινάμε με 57 νεκρούς σε μια μετωπική σιδηροδρομική σύγκρουση.
Και καταλήγουμε να συζητάμε για:
«ολιστικούς»,
«υπνωτιστές»,
«κβαντικούς πραγματογνώμονες»,
«αλλοδαπά κέντρα»,
«πολλά λεφτά»,
την προσέλευση στις δικαστικές αίθουσες
και την πολιτική πίεση που υπέστη η κυβέρνηση.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά χάνεται το πιο απλό ερώτημα:
Γιατί ένα επιβατικό τρένο με εκατοντάδες ανθρώπους μπόρεσε να κινηθεί επί χιλιόμετρα στην ίδια γραμμή με ένα εμπορικό που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση;
Αυτό είναι το ερώτημα που δεν πρέπει να χαθεί.
Όχι, λοιπόν. Η κατάρρευση μιας θεωρίας δεν «αθωώνει» κανέναν
Εάν αποδειχθεί ότι δεν υπήρχε παράνομο φορτίο, να ειπωθεί καθαρά.
Εάν αποδειχθεί ότι κάποιοι παραπληροφόρησαν, να κατονομαστούν και να κριθούν.
Εάν αποδειχθεί ότι κάποιοι προσπάθησαν να αποκρύψουν βίντεο, να ελεγχθούν.
Αλλά ακριβώς το ίδιο μέτρο πρέπει να εφαρμοστεί και στην άλλη πλευρά.
Όποιος ισχυρίζεται ότι πίσω από τις κινητοποιήσεις βρίσκονταν «ημεδαπά και αλλοδαπά κέντρα», επαγγελματικός σχεδιασμός και «πολλά λεφτά» με στόχο να πέσει η κυβέρνηση, ας παρουσιάσει τις αποδείξεις.
Μέχρι τότε αυτό παραμένει πολιτική ερμηνεία — όχι αποδεδειγμένο γεγονός.
Και κυρίως:
Ακόμη και αν αύριο εξαφανιστεί από ολόκληρη τη δικογραφία η λέξη «ξυλόλιο», οι 57 νεκροί παραμένουν.
Παραμένει η μετωπική σύγκρουση.
Παραμένουν τα ανθρώπινα λάθη.
Παραμένουν οι διαχρονικές παθογένειες.
Παραμένουν οι ελλείψεις ασφαλείας που κατέγραψε το επίσημο πόρισμα.
Παραμένει η δικαστική διαδικασία για 36 κατηγορουμένους.
Και παραμένει το θεμελιώδες ερώτημα προς όλους όσοι είχαν ευθύνη για τον ελληνικό σιδηρόδρομο — διαχρονικά και κατά την περίοδο που συνέβη η τραγωδία:
Πώς ήταν δυνατόν ένα ανθρώπινο λάθος να μην ανακοπεί από κανένα επαρκές επίπεδο ασφαλείας και να καταλήξει σε μια μετωπική σύγκρουση με 57 νεκρούς;
Αυτό είναι το πραγματικό θέμα.
Και όσα «αλλοδαπά κέντρα», «ολιστικούς» και «υπνωτιστές» κι αν επιστρατεύσει κανείς στη δημόσια συζήτηση, αυτό το ερώτημα δεν πρόκειται να εξαφανιστεί.



