«13 δισ. θα δώσει, 145 εκατ. θα πάρει»: Ο Μαρινάκης απλοποιεί τον λογαριασμό μέχρι να βγει το πολιτικό συμπέρασμα

Η νέα επίθεση του Παύλου Μαρινάκη στον Αλέξη Τσίπρα έχει ένα μεγάλο επικοινωνιακό πλεονέκτημα: είναι πανεύκολο να την καταλάβσεις.

Ο Τσίπρας, λέει περίπου η κυβερνητική επιχειρηματολογία, υποσχέθηκε μέτρα 13 δισ. ευρώ και παρουσίασε ως πηγή χρηματοδότησης μια «πατριωτική εισφορά» στους πλουσιότερους, η οποία, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, θα απέφερε μόλις 145 ή έστω 200 εκατ. ευρώ.

Άρα λείπουν σχεδόν 13 δισεκατομμύρια.

Ωραία ιστορία.

Μόνο που για να σταθεί πρέπει να δεχτούμε ότι ο Τσίπρας είπε πως ολόκληρο το πρόγραμμά του θα χρηματοδοτηθεί αποκλειστικά από αυτή την εισφορά.

Και αυτό πρέπει να αποδειχθεί.

Γιατί διαφορετικά συγκρίνουμε το συνολικό κόστος δεκάδων διαφορετικών παρεμβάσεων με το δυνητικό έσοδο ενός και μόνο μέτρου χρηματοδότησης και παρουσιάζουμε τη διαφορά ως αποκάλυψη.

Αυτό δεν είναι κοστολόγηση.

Είναι πολιτικό τέχνασμα.

Πρώτα πρέπει να μάθουμε τι ακριβώς είναι τα περίφημα 13 δισ.

Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο βασικό.

Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει πλέον ως δεδομένο ότι οι εξαγγελίες Τσίπρα κοστίζουν 13 δισ. ευρώ τον χρόνο.

Αυτό όμως χρειάζεται αναλυτικό πίνακα.

Όχι δήλωση.

Πόσο κοστίζει κάθε μέτρο;

Ποια μέτρα έχουν μόνιμο ετήσιο κόστος;

Ποια έχουν εφάπαξ δημοσιονομική επίπτωση;

Ποια αποτελούν επενδύσεις που θα υλοποιηθούν σε βάθος ετών;

Ποια μπορούν να χρηματοδοτηθούν από ευρωπαϊκούς πόρους;

Ποια δημιουργούν παράλληλα πρόσθετα έσοδα;

Και κυρίως: με ποια ακριβώς παραδοχή προκύπτει ότι ολόκληρο το ποσό επιβαρύνει έναν και μόνο χρόνο;

Αυτά πρέπει να δοθούν στη δημοσιότητα.

Γιατί το «τα κοστολογήσαμε 13 δισ.» δεν είναι από μόνο του κοστολόγηση.

Είναι το αποτέλεσμα μιας κοστολόγησης που ακόμη δεν έχουμε δει αναλυτικά.

Το 1% των πλουσιότερων δεν σημαίνει «παίρνω το 1% του εισοδήματός τους»

Εδώ βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον σημείο της επιχειρηματολογίας.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος λέει ότι το φορολογητέο εισόδημα του πλουσιότερου 1% είναι περίπου 14,5 δισ. ευρώ και στη συνέχεια κάνει τον υπολογισμό:

1% των 14,5 δισ. = 145 εκατ. ευρώ.

Μόνο που υπάρχει ένα θεμελιώδες ερώτημα:

Ποιος είπε ότι «πατριωτική εισφορά στο πλουσιότερο 1%» σημαίνει φορολογικό συντελεστή 1%;

Άλλο πράγμα το 1% του πληθυσμού στο οποίο επιβάλλεται ένας φόρος και άλλο ο φορολογικός συντελεστής 1%.

Αν, για παράδειγμα, η εισφορά είχε διαφορετικό συντελεστή, διαφορετική φορολογική βάση ή αφορούσε όχι μόνο εισόδημα αλλά και συγκεκριμένες μορφές μεγάλου πλούτου, το αποτέλεσμα θα ήταν εντελώς διαφορετικό.

Άρα, πριν εμφανιστούν τα 145 εκατ. ως τελική απάντηση, χρειάζεται να γνωρίζουμε τι ακριβώς πρότεινε ο Τσίπρας.

Αν δεν προσδιόρισε συντελεστή και φορολογική βάση, τότε δικαίως κατηγορείται για ασάφεια.

Αλλά τότε δεν μπορεί ούτε η κυβέρνηση να εφευρίσκει τον συντελεστή που τη βολεύει και μετά να κοστολογεί τη δική της υπόθεση.

Η σωστή κριτική στον Τσίπρα είναι άλλη

Και εδώ ακριβώς η κυβέρνηση θα μπορούσε να έχει πολύ ισχυρότερο επιχείρημα.

Να πει:

«Παρουσίασες δεκάδες μέτρα. Δώσε αναλυτικό κόστος και χρηματοδότηση για καθένα από αυτά».

Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει κυβερνήσει. Δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην πολιτική. Και κουβαλά το βάρος του προηγούμενου «Προγράμματος Θεσσαλονίκης».

Επομένως η απαίτηση για απόλυτη δημοσιονομική τεκμηρίωση είναι όχι απλώς θεμιτή αλλά επιβεβλημένη.

Όμως αυτό είναι διαφορετικό από το να παίρνεις ένα από τα έσοδα που ανακοίνωσε, να του αποδίδεις συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού και στη συνέχεια να ρωτάς:

«Και τα υπόλοιπα 12,8 δισ. πού θα τα βρεις;»

Πολιτικά ακούγεται εξαιρετικά.

Οικονομικά χρειάζεται πολύ περισσότερη δουλειά.

Και μετά έρχεται ο 13ος μισθός

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η επιχειρηματολογία για τον 13ο μισθό στο Δημόσιο.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος λέει ότι κοστίζει περίπου 1,5 δισ. ευρώ και συνεπώς δεν μπορεί να δοθεί.

Αυτό είναι μια απολύτως νόμιμη κυβερνητική επιλογή.

Η κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια πρέπει να κατευθυνθούν αλλού.

Ας το πει όμως έτσι.

Γιατί το «δεν υπάρχουν 1,5 δισ.» είναι διαφορετική πρόταση από το «έχουμε 1,5 δισ. αλλά επιλέγουμε να τα διαθέσουμε διαφορετικά».

Κάθε κρατικός προϋπολογισμός είναι ένα σύνολο πολιτικών προτεραιοτήτων.

Δεν υπάρχει κάποιο χρηματοκιβώτιο με την ένδειξη «13ος μισθός» που βρέθηκε άδειο.

Υπάρχει συγκεκριμένος δημοσιονομικός χώρος και υπάρχουν ανταγωνιστικές επιλογές για τη διάθεσή του.

Η κυβέρνηση επιλέγει φοροελαφρύνσεις, ενισχύσεις ή άλλες παρεμβάσεις.

Η αντιπολίτευση μπορεί να προτείνει διαφορετική κατανομή.

Και οι δύο οφείλουν να εξηγήσουν το κόστος.

Το «ή αυτό ή τίποτα» επίσης δεν είναι τόσο απλό

Η φράση ότι όποιος ζητά 13ο μισθό ουσιαστικά λέει στους υπόλοιπους πολίτες ότι «δεν θα πάρουν τίποτα» είναι επίσης περισσότερο πολιτικό δίλημμα παρά οικονομικό αξίωμα.

Εξαρτάται από το συνολικό διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο.

Από την κατανομή του.

Από ενδεχόμενα πρόσθετα έσοδα.

Από περικοπές άλλων δαπανών.

Από αλλαγές στη φορολογία.

Από το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής.

Μπορεί τελικά ο 13ος μισθός πράγματι να μην χωρά χωρίς να θυσιαστούν άλλες πολιτικές.

Αλλά αυτό αποδεικνύεται με προϋπολογισμό, όχι με ένα τηλεοπτικό «ή οι δημόσιοι υπάλληλοι ή όλοι οι υπόλοιποι».

Υπάρχει όμως μια πρόκληση που πρέπει να δεχθεί ο Τσίπρας

Αν ο Αλέξης Τσίπρας θέλει πραγματικά να επιστρέψει ως αξιόπιστη κυβερνητική πρόταση, υπάρχει ένας πολύ απλός δρόμος.

Να δημοσιοποιήσει αναλυτικό πίνακα.

Μέτρο προς μέτρο.

Κόστος προς κόστος.

Έσοδο προς έσοδο.

Και να ζητήσει επίσημη, ανεξάρτητη κοστολόγηση.

Εκεί τελειώνουν τα συνθήματα.

Εάν αποδειχθεί ότι υπόσχεται 13 δισ. χωρίς χρηματοδότηση, η κυβερνητική κριτική θα δικαιωθεί πανηγυρικά.

Εάν όμως αποδειχθεί ότι στα 13 δισ. έχουν αθροιστεί πολυετείς δαπάνες, εφάπαξ επιπτώσεις και διαφορετικές κατηγορίες μέτρων για να δημιουργηθεί ένας εντυπωσιακός αριθμός, τότε θα πρέπει να απολογηθεί η κυβέρνηση για την πολιτική αριθμητική της.

Ένα κομπιουτεράκι, λοιπόν. Αλλά το ίδιο για όλους

Αυτό είναι τελικά το πραγματικό ζήτημα.

Η χώρα έχει πληρώσει ακριβά τις ανεδαφικές υποσχέσεις.

Και γι’ αυτό ακριβώς δεν χρειάζεται άλλες.

Ούτε από τον Τσίπρα.

Ούτε όμως δημιουργική κοστολόγηση από την κυβέρνηση για να αποδειχθεί ότι οι προτάσεις του Τσίπρα είναι ανεδαφικές πριν ακόμη εξεταστούν πλήρως.

Ο Μαρινάκης έχει δίκιο σε ένα πράγμα: όποιος προτείνει δαπάνες πρέπει να παρουσιάζει και τον λογαριασμό.

Ας εφαρμοστεί λοιπόν ο κανόνας μέχρι τέλους.

Να δώσει ο Τσίπρας ολόκληρη την κοστολόγησή του. Να δώσει και η κυβέρνηση ολόκληρη τη δική της ανάλυση των 13 δισ. Και μετά να περάσουν και οι δύο από το ίδιο ανεξάρτητο δημοσιονομικό κόσκινο.

Γιατί διαφορετικά θα συνεχίσουμε να βλέπουμε το παράδοξο:

η αντιπολίτευση να μοιράζει χρήματα που δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι διαθέτει και την κυβέρνηση να κοστολογεί προγράμματα με αριθμούς που δεν έχει ακόμη αποδείξει πώς ακριβώς προκύπτουν.

Και κάπου στη μέση βρίσκεται ο πολίτης.

Ο μόνος που, στο τέλος, πληρώνει πάντοτε τον πραγματικό λογαριασμό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ