Η νέα κυβερνητική πρωτοβουλία για μειώσεις τιμών σε εκατοντάδες προϊόντα παρουσιάζεται ως ακόμη ένα μέτρο στήριξης απέναντι στην ακρίβεια. Όμως πίσω από τις ανακοινώσεις υπάρχει ένα βασικό ερώτημα: όταν οι τιμές έχουν ήδη ανέβει σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια, πόσο πραγματικά αλλάζει την καθημερινότητα μιας οικογένειας μια εθελοντική μείωση τουλάχιστον 5% που θα διαρκέσει δύο έως τέσσερις μήνες;
Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος ανακοίνωσε ότι από τις 31 Αυγούστου θα ξεκινήσει νέα πρωτοβουλία μείωσης τιμών σε προϊόντα μαζικής κατανάλωσης, τρόφιμα, είδη νοικοκυριού και σχολικά.
Η πρόθεση ασφαλώς είναι θετική. Οποιαδήποτε πραγματική μείωση στο ράφι είναι καλοδεχούμενη.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να συγχέουμε μια προσωρινή εμπορική παρέμβαση με την ουσιαστική αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Το πρώτο πρόβλημα: μείωση σε σχέση με ποια τιμή;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα.
Όταν ακούμε ότι ένα προϊόν θα μειωθεί κατά τουλάχιστον 5%, ο καταναλωτής δικαιούται να ρωτήσει:
5% από ποια τιμή;
Αν ένα προϊόν κόστιζε πριν από μερικά χρόνια 2 ευρώ, στη συνέχεια ανέβηκε στα 2,80 ευρώ και τώρα μειωθεί κατά 5%, θα κοστίζει 2,66 ευρώ.
Τυπικά έχουμε «μείωση τιμής».
Στην πραγματικότητα όμως ο καταναλωτής εξακολουθεί να το αγοράζει περίπου 33% ακριβότερα από την αρχική τιμή.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα όταν χρησιμοποιούμε τη μεταβολή λίγων μηνών χωρίς να κοιτάμε τη συσσωρευμένη αύξηση των προηγούμενων ετών.
Ο χαμηλότερος πληθωρισμός δεν σημαίνει επιστροφή στις παλιές τιμές
Ο υπουργός επικαλείται τα στοιχεία της Eurostat σύμφωνα με τα οποία ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα τον Ιούλιο βρέθηκε στο -0,4% σε ετήσια βάση.
Πρόκειται ασφαλώς για θετική εξέλιξη.
Χρειάζεται όμως να ξεκαθαρίσουμε κάτι που συχνά προκαλεί σύγχυση:
πτώση του πληθωρισμού δεν σημαίνει ότι ακυρώθηκαν οι αυξήσεις που προηγήθηκαν.
Ο πληθωρισμός μετρά τον ρυθμό μεταβολής των τιμών.
Αν λοιπόν ένα καλάθι προϊόντων αυξήθηκε σημαντικά μέσα σε μια σειρά ετών και σήμερα η τιμή του σταθεροποιείται ή υποχωρεί ελαφρά, η προηγούμενη αύξηση δεν εξαφανίζεται.
Γι’ αυτό και μπορεί οι επίσημοι δείκτες να βελτιώνονται, αλλά ένας καταναλωτής να εξακολουθεί να αισθάνεται πολύ μεγάλη πίεση στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ των δύο.
Το δεύτερο πρόβλημα: δύο έως τέσσερις μήνες
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία της εξαγγελίας.
Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο υπουργός, οι μειωμένες τιμές θα έχουν διάρκεια δύο έως τέσσερις μήνες.
Και μετά;
Εάν μετά τη λήξη της πρωτοβουλίας ένα προϊόν επιστρέψει στην προηγούμενη τιμή του, τότε δεν έχουμε διαρθρωτική αποκλιμάκωση της ακρίβειας.
Έχουμε ουσιαστικά μια παρατεταμένη προσφορά.
Χρήσιμη; Βεβαίως.
Αλλά προσφορά.
Και η ακρίβεια που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά δεν είναι πρόβλημα δύο ή τεσσάρων μηνών.
Τα 40 ή 50 ευρώ έχουν σημασία – αλλά χρειάζεται να αποδειχθούν
Ο Τάκης Θεοδωρικάκος έκανε μια πολύ συγκεκριμένη αναφορά:
ότι για έναν καταναλωτή που μετρά προσεκτικά τα έξοδά του, εξοικονόμηση 40 ή 50 ευρώ τον μήνα στο σούπερ μάρκετ είναι σημαντική.
Σε αυτό έχει δίκιο.
Για μια οικογένεια με περιορισμένο εισόδημα, 50 ευρώ είναι απολύτως σημαντικό ποσό.
Το ζήτημα είναι διαφορετικό:
θα προκύψει πράγματι αυτή η εξοικονόμηση;
Για να μειωθεί ένας μηνιαίος λογαριασμός σούπερ μάρκετ κατά 50 ευρώ, χρειάζεται σημαντικό μέρος των αγορών μιας οικογένειας να αφορά προϊόντα που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία και οι μειώσεις τους να είναι αρκετά μεγάλες.
Άρα τα 40-50 ευρώ δεν πρέπει να παρουσιαστούν ως δεδομένο αποτέλεσμα πριν δούμε ποια προϊόντα συμμετέχουν, ποιες είναι οι αρχικές τιμές και πόσο πραγματικά μειώνονται.
Οι «εκατοντάδες κωδικοί» από μόνοι τους δεν λένε πολλά
Υπάρχει ακόμη ένα επικοινωνιακό τέχνασμα που έχουμε δει επανειλημμένα στη δημόσια συζήτηση για τις τιμές: ο αριθμός των κωδικών.
500 προϊόντα, 700 προϊόντα, 1.000 προϊόντα.
Ο ίδιος ο υπουργός, προς τιμήν του, αναγνώρισε ουσιαστικά ότι αυτό δεν είναι το σημαντικότερο.
Και πράγματι δεν είναι.
Για τον καταναλωτή έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία εάν μειώνονται προϊόντα που αγοράζει κάθε εβδομάδα: γάλα, τυρί, κρέας, ζυμαρικά, όσπρια, απορρυπαντικά, χαρτικά και βασικά είδη προσωπικής υγιεινής.
Καλύτερα 200 πραγματικά βασικά προϊόντα με ουσιαστική μείωση παρά 1.000 κωδικοί που δημιουργούν απλώς έναν εντυπωσιακό αριθμό σε μια ανακοίνωση.
«Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε 40%» – λείπει η άλλη πλευρά της εξίσωσης
Ο υπουργός υπενθύμισε επίσης ότι ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί περίπου 40% τα τελευταία χρόνια.
Πρόκειται για πραγματική και σημαντική αύξηση.
Αλλά όταν συζητάμε για το βιοτικό επίπεδο, ο ονομαστικός μισθός είναι μόνο η μισή εικόνα.
Η άλλη μισή είναι τι μπορεί να αγοράσει αυτός ο μισθός.
Εάν ταυτόχρονα αυξάνονται τρόφιμα, ενοίκια, ενέργεια και υπηρεσίες, ένα μέρος της ονομαστικής αύξησης απορροφάται από το υψηλότερο κόστος ζωής.
Γι’ αυτό άλλωστε και ο ίδιος ο υπουργός αναγνωρίζει ότι «σαφώς και υπάρχει πρόβλημα κόστους ζωής».
Και ο «μέσος μισθός άνω των 1.500 ευρώ» χρειάζεται προσοχή
Υπάρχει επίσης μια παγίδα στη συνεχή επίκληση του μέσου μισθού.
Ο μέσος όρος δεν μας πληροφορεί από μόνος του για το τι παίρνει ο τυπικός εργαζόμενος.
Οι υψηλότεροι μισθοί ανεβάζουν τον αριθμητικό μέσο όρο, ενώ σημαντικό τμήμα των εργαζομένων μπορεί να βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα.
Για να αποτυπωθεί καλύτερα η πραγματική κατάσταση χρειάζεται να εξετάζονται μαζί ο διάμεσος μισθός, οι καθαρές αποδοχές, η πλήρης και μερική απασχόληση και, κυρίως, η εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης.
Η πραγματική μάχη είναι στο μόνιμο κόστος ζωής
Εδώ βρίσκεται τελικά η ουσία.
Μια μείωση 5%, 10% ή ακόμη περισσότερο σε βασικά προϊόντα είναι θετική και κανείς δεν έχει λόγο να την υποτιμήσει.
Αλλά η πραγματική επιτυχία δεν θα κριθεί από το πόσες καρτέλες «μειωμένης τιμής» θα εμφανιστούν στα σούπερ μάρκετ την 31η Αυγούστου.
Θα κριθεί από το εάν σε έξι μήνες και σε έναν χρόνο το πραγματικό κόστος του οικογενειακού καλαθιού θα έχει αποκλιμακωθεί σε μόνιμη βάση.
Από το αν θα ενισχυθεί ο ανταγωνισμός.
Από το αν θα περιοριστούν αδικαιολόγητα περιθώρια κέρδους όπου υπάρχουν.
Από το αν οι αυξήσεις των μισθών θα ξεπερνούν σταθερά την αύξηση του κόστους ζωής.
Και από το εάν το διαθέσιμο εισόδημα θα επιτρέπει στον πολίτη όχι απλώς να πληρώνει το σούπερ μάρκετ, αλλά να καλύπτει αξιοπρεπώς στέγαση, ενέργεια, μετακινήσεις και τις υπόλοιπες ανάγκες του.
Οι μειώσεις τιμών από τις 31 Αυγούστου είναι καλοδεχούμενες. Αλλά η ακρίβεια δεν θα κριθεί στις 31 Αυγούστου. Θα κριθεί την ημέρα που θα τελειώσουν οι εκπτώσεις και θα δούμε τι απέμεινε τελικά στην τιμή του ραφιού.



