Μητσοτάκης στη Δυτική Μακεδονία: Επτά χρόνια μετά, ακόμη μιλά για όσα «θα» γίνουν – Η απολιγνιτοποίηση που προηγήθηκε της πραγματικής μετάβασης

Υπάρχει μια φράση στη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη που ίσως λέει περισσότερα από όλες τις εξαγγελίες, τα εκατομμύρια και τα μεγάλα επενδυτικά σχέδια που παρουσίασε.

«Κι εγώ θα ήθελα να είχαμε τρέξει κάποια πράγματα πιο γρήγορα».

Ακούγεται σαν αυτοκριτική.

Στην πραγματικότητα, όμως, επτά χρόνια μετά το 2019, είναι η παραδοχή του βασικού προβλήματος της κυβερνητικής πολιτικής στη Δυτική Μακεδονία: η απολιγνιτοποίηση έτρεξε πολύ γρηγορότερα από την οικονομία που υποτίθεται ότι θα την αντικαθιστούσε.

Και αυτό δεν το λέει η αντιπολίτευση. Το ομολογεί εμμέσως ο ίδιος ο πρωθυπουργός, όταν αναγνωρίζει ότι πράγματα έπρεπε να είχαν προχωρήσει ταχύτερα.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ο λιγνίτης θα μπορούσε να υπάρχει για πάντα.

Αυτό είναι το βολικό ερώτημα που επιλέγει να απαντήσει ο Μητσοτάκης.

Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:

Γιατί έκλεισε πρώτα το παλιό παραγωγικό μοντέλο και επτά χρόνια αργότερα μεγάλο μέρος του καινούργιου εξακολουθεί να περιγράφεται σε μέλλοντα χρόνο;

1. Το τέχνασμα με το «η απολιγνιτοποίηση άρχισε το 2010»

Ο Μητσοτάκης υποστηρίζει ότι η απολιγνιτοποίηση δεν άρχισε το 2019 αλλά ουσιαστικά από το 2010.

Τυπικά, η συμμετοχή του λιγνίτη πράγματι είχε αρχίσει να υποχωρεί.

Αλλά αυτό δεν απαντά στην πολιτική κριτική.

Διότι άλλο πράγμα η σταδιακή μείωση της λιγνιτικής παραγωγής και άλλο η πολιτική απόφαση επιτάχυνσης και συγκεκριμενοποίησης της απολιγνιτοποίησης που ανακοίνωσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Με το «ξεκίνησε από το 2010» επιχειρείται ουσιαστικά διάχυση της πολιτικής ευθύνης προς τα πίσω.

Όμως ο ίδιος αμέσως μετά λέει ότι το 2019 πάρθηκε η «συντεταγμένη απόφαση».

Άρα ποιος αποφάσισε το συγκεκριμένο μοντέλο και την ταχύτητα;

Η δική του κυβέρνηση.

Δεν μπορεί το 2019 να είναι ταυτόχρονα αρκετά σημαντικό ώστε η κυβέρνηση να πιστώνεται το «σχέδιο» και αρκετά ασήμαντο ώστε να μην της καταλογίζεται η επιλογή της ταχύτητας.

2. Κανείς σοβαρός δεν ρωτά αν ο λιγνίτης θα ζούσε αιώνια

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη μετατόπιση της συζήτησης.

Ο πρωθυπουργός λέει ουσιαστικά:

Ο λιγνίτης είναι ακριβός, άρα η απολιγνιτοποίηση ήταν αναπόφευκτη.

Έστω.

Από πότε όμως το «αναπόφευκτη» σημαίνει «έπρεπε να γίνει με αυτόν ακριβώς τον ρυθμό»;

Αυτό είναι το ερώτημα που δεν απαντάται.

Θα μπορούσε η απόσυρση των μονάδων να συνδεθεί αυστηρότερα με την προηγούμενη δημιουργία νέων παραγωγικών δραστηριοτήτων;

Θα μπορούσε πρώτα να εξασφαλιστεί ένας κρίσιμος αριθμός νέων θέσεων εργασίας;

Θα μπορούσαν οι μεγάλες επενδύσεις να βρίσκονται ήδη σε λειτουργία πριν επιταχυνθεί τόσο δραστικά η απομάκρυνση από τον λιγνίτη;

Αυτή είναι η ουσία.

Όχι αν το 2040 ή το 2050 θα καίγαμε ακόμα λιγνίτη.

3. Επτά χρόνια μετά, ακούγεται εντυπωσιακά πολύ το «θα»

Και εδώ η ίδια η συνέντευξη γίνεται εξαιρετικά αποκαλυπτική.

Ο πρωθυπουργός μιλά για το τι θα κατασκευαστεί στην Καρδιά.

Για σύστημα αντλησιοταμίευσης που θα κατασκευαστεί.

Για data center που θα κατασκευαστεί.

Για θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν.

Για αναπτυξιακά οφέλη που «πολύ σύντομα θα δείτε».

Μα βρισκόμαστε στο 2026.

Η κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία από το 2019.

Και εδώ προκύπτει το προφανές ερώτημα:

Αν το σχέδιο ήταν τόσο έτοιμο και τόσο συντεταγμένο, γιατί επτά χρόνια μετά τόσα κρίσιμα κομμάτια της «επόμενης ημέρας» εξακολουθούν να είναι η επόμενη ημέρα;

Δεν είναι λεπτομέρεια.

Είναι ο πυρήνας της κριτικής.

4. Το ένα δισεκατομμύριο δεν είναι αποτέλεσμα

Ο Μητσοτάκης προβάλλει επανειλημμένα το μέγεθος του Προγράμματος Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης: πάνω από 1 δισ. ευρώ.

Εντυπωσιακό νούμερο.

Αλλά υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στο:

«εξασφάλισα χρηματοδότηση»

και στο:

«άλλαξα την οικονομία μιας περιφέρειας».

Ο πολίτης δεν ζει από το ύψος ενός χρηματοδοτικού προγράμματος.

Ζει από τον μισθό του.

Η οικογένεια δεν μένει στην Πτολεμαΐδα επειδή υπάρχει ένα τεχνικό δελτίο.

Μένει επειδή υπάρχει δουλειά.

Ο νέος δεν επιστρέφει στην Κοζάνη επειδή εγκρίθηκε μια πρόσκληση.

Επιστρέφει επειδή βλέπει πραγματική επαγγελματική προοπτική.

Και ο ίδιος ο δημοσιογράφος βάζει το δάχτυλο στην πληγή: «ο κόσμος δεν βλέπει τα έργα ούτε να τελειώνουν ούτε κάποια από αυτά να εκτελούνται».

Αυτό είναι πολύ ισχυρότερο από οποιαδήποτε αντιπολιτευτική ατάκα.

5. Η Wonderplant δεν είναι ακόμη οι 400 θέσεις εργασίας

Ο Μητσοτάκης προβάλλει τη Wonderplant ως εμβληματικό παράδειγμα.

Επένδυση άνω των 150 εκατ. ευρώ, 60 εκατ. από το πρόγραμμα και περισσότερες από 400 θέσεις εργασίας.

Υπάρχει όμως μία λέξη που αλλάζει τα πάντα:

«θα».

Θα δημιουργήσει.

Όταν οι θέσεις δημιουργηθούν, τότε μπορούν να πιστωθούν ως αποτέλεσμα.

Μέχρι τότε αποτελούν προσδοκώμενο αποτέλεσμα επένδυσης.

Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη όταν ο πρωθυπουργός χρησιμοποιεί μελλοντικές θέσεις εργασίας για να απαντήσει στη σημερινή αγωνία μιας περιοχής.

6. «Πάνω από 2.000 θέσεις εργασίας» – πότε ακριβώς;

Το ίδιο συμβαίνει με το μεγάλο data center και τις άλλες επενδύσεις.

Ο Μητσοτάκης δηλώνει ότι όλα αυτά θα δημιουργήσουν περισσότερες από 2.000 θέσεις εργασίας.

Εξαιρετικά.

Αλλά μια κυβέρνηση που κυβερνά επτά χρόνια δεν μπορεί να ζητά να αξιολογείται το 2026 αποκλειστικά με βάση θέσεις εργασίας που προβλέπει ότι θα δημιουργηθούν στο μέλλον.

Πρέπει να παρουσιάσει και τον λογαριασμό του παρόντος:

Πόσες θέσεις χάθηκαν;

Πόσες δημιουργήθηκαν μέχρι σήμερα;

Πόσες είναι μόνιμες;

Πόσες έχουν αντίστοιχο εισόδημα;

Πόσος πληθυσμός έφυγε;

Αυτή είναι η σύγκριση που έχει πραγματική αξία.

7. Και μετά έρχεται η πιο δύσκολη παραδοχή: ο κόσμος έφυγε

Στη συνέντευξη τίθεται ευθέως το δημογραφικό.

Ο δημοσιογράφος σημειώνει ότι άνθρωποι έχουν ήδη αποχωρήσει από την περιοχή εξαιτίας της μείωσης της εξορυκτικής δραστηριότητας.

Αυτό δεν είναι θεωρία.

Είναι κοινωνικό αποτέλεσμα.

Και αργότερα το ερώτημα γίνεται ακόμη σκληρότερο: τι νόημα έχουν ακόμη και πολιτικές ενίσχυσης των γεννήσεων εάν οι νέοι που θα γεννηθούν τελικά φύγουν;

Εδώ ακριβώς φαίνεται πόσο ανεπαρκής είναι η απάντηση «έχουμε ένα δισεκατομμύριο».

Μια επιτυχημένη μετάβαση δεν μετριέται από τα διαθέσιμα κονδύλια.

Μετριέται από το αν κράτησε την κοινωνία ζωντανή.

8. «Ο Ε65 θα αλλάξει τη μοίρα της Δυτικής Μακεδονίας»

Άλλη μια μεγαλεπήβολη διατύπωση.

Ο Ε65 είναι αναμφίβολα σημαντικό έργο υποδομής.

Αλλά το να λέγεται ότι ένας αυτοκινητόδρομος «θα αλλάξει τη μοίρα της Δυτικής Μακεδονίας» είναι ακριβώς το είδος πολιτικής υπερβολής που η ίδια η κυβέρνηση καταγγέλλει όταν το χρησιμοποιούν οι αντίπαλοί της.

Ένας δρόμος βελτιώνει την προσβασιμότητα.

Δεν δημιουργεί μόνος του παραγωγικό μοντέλο.

Δεν αναπληρώνει χιλιάδες θέσεις.

Δεν λύνει το δημογραφικό.

Δεν μετατρέπει αυτομάτως μια περιοχή σε επενδυτικό κέντρο.

Είναι εργαλείο ανάπτυξης.

Όχι μαγικό ραβδί.

9. Και στο τέλος, η ευθύνη μεταφέρεται πάλι στο μέλλον

Το πιο πολιτικά ενδιαφέρον κομμάτι βρίσκεται στο τέλος.

Ο Μητσοτάκης ζητά από τους πολίτες να τον κρίνουν από όσα έκανε και παρουσιάζει κάθε υλοποιημένη δέσμευση ως «σφραγίδα» στο «διαβατήριο αξιοπιστίας».

Σύμφωνοι.

Τότε ακριβώς αυτό πρέπει να γίνει και με τη Δυτική Μακεδονία.

Όχι να προσμετρηθούν ως επιτυχίες όσα θα κατασκευαστούν.

Όχι οι θέσεις που θα δημιουργηθούν.

Όχι τα οφέλη που θα φανούν.

Να ανοίξει ο πραγματικός λογαριασμός του 2019–2026.

Τι χάθηκε.

Τι δημιουργήθηκε.

Πόσα χρήματα έγιναν πραγματικές επενδύσεις.

Πόσες νέες θέσεις υπάρχουν σήμερα.

Πώς εξελίχθηκε ο πληθυσμός.

Πόσο αυξήθηκε ή μειώθηκε το διαθέσιμο εισόδημα.

Και τότε να γίνει η αξιολόγηση.

Η μεγαλύτερη αντίφαση της συνέντευξης

Ο πρωθυπουργός λέει:

«Κρίνετέ μας από αυτά που κάναμε».

Αλλά μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του για τη Δυτική Μακεδονία στηρίζεται σε αυτά που θα γίνουν.

Εδώ βρίσκεται η αντίφαση.

Δεν μπορείς ταυτόχρονα να απαιτείς από τους αντιπάλους σου αποδείξεις αποτελεσματικότητας και για τον εαυτό σου να ζητάς πίστωση χρόνου για τα αποτελέσματα που έρχονται.

Δεν μπορείς να χλευάζεις τις υποσχέσεις των άλλων και να απαντάς στην κοινωνική αγωνία με δικές σου μελλοντικές υποσχέσεις.

Και κυρίως:

Δεν μπορείς το 2026 να παρουσιάζεις ως απόδειξη επιτυχίας της μετάβασης το γεγονός ότι η μετάβαση… θα ολοκληρωθεί τα επόμενα χρόνια.

Η απολιγνιτοποίηση μπορεί πράγματι να ήταν ιστορικά αναπόφευκτη.

Αυτό όμως δεν αθωώνει αυτομάτως τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε.

Και αυτή είναι η συζήτηση που η φράση «ο λιγνίτης δεν είναι ανταγωνιστικός» επιχειρεί να παρακάμψει.

Το ερώτημα δεν είναι:

«Έπρεπε να καίμε λιγνίτη για πάντα;»

Το ερώτημα είναι:

Γιατί η κυβέρνηση έκλεισε τόσο γρήγορα ένα παραγωγικό μοντέλο, όταν επτά χρόνια μετά το μοντέλο που υποσχέθηκε ότι θα το αντικαταστήσει εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να περιγράφεται με τη λέξη “θα”;

Αυτό είναι το ερώτημα που χρειάζεται απάντηση.

Και αυτή τη φορά, ένα ακόμη “θα” δεν αρκεί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ