Αν κάποιος γνώριζε την Ελλάδα αποκλειστικά μέσα από τη σημερινή κυριακάτικη ανασκόπηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, θα σχημάτιζε την εικόνα μιας χώρας που περίπου έχει λύσει τα βασικά της προβλήματα και πλέον σχεδιάζει με αυτοπεποίθηση το μέλλον.
Δισεκατομμύρια επιστρέφουν στην κοινωνία. Φόροι μειώνονται. Τα σχολεία ανακαινίζονται. Το ΕΣΥ εκσυγχρονίζεται. Το ρεύμα θα φθηνύνει. Οι νέοι αποκτούν «κουμπαρά». Οι Ένοπλες Δυνάμεις αποκτούν «Ασπίδα του Αχιλλέα». Μεγάλα έργα προχωρούν. Η Ελλάδα αποκτά δορυφόρους και φτάνει μέχρι το Διάστημα.
Όλα αυτά μπορεί να περιέχουν πραγματικά έργα και πραγματικές παρεμβάσεις.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού.
Η πολιτική δεν κρίνεται από το πόσα θετικά γεγονότα μπορεί να χωρέσει κάποιος σε μία ανάρτηση. Κρίνεται από το συνολικό αποτέλεσμα που βιώνει ο πολίτης.
Και εκεί η εικόνα είναι πολύ λιγότερο λαμπερή.
«Μεμψίμοιρη» η κριτική επειδή τα 2,2 δισ. θεωρούνται λίγα;
Ο πρωθυπουργός χαρακτηρίζει «μάλλον μεμψίμοιρες» τις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης ότι τα μέτρα της ΔΕΘ είναι λίγα. Παρουσιάζει το πακέτο των 2,2 δισ. ως μέρισμα της ανάπτυξης που επιστρέφει στην κοινωνία.
Εδώ όμως βρίσκεται η πρώτη μεγάλη πολιτική αυταπάτη.
Ο πολίτης δεν συγκρίνει τα 2,2 δισ. με το μηδέν.
Τα συγκρίνει με όσα έχασε από την αγοραστική του δύναμη τα προηγούμενα χρόνια.
Με το σούπερ μάρκετ.
Με το ενοίκιο.
Με την ενέργεια.
Με το κόστος στέγασης.
Με το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά του.
Επομένως, όταν κάποιος θεωρεί ανεπαρκή μια φορολογική ελάφρυνση, δεν είναι κατ’ ανάγκην «μεμψίμοιρος». Μπορεί απλώς να κάνει τον δικό του οικογενειακό λογαριασμό.
Και αυτός ο λογαριασμός είναι πολύ πιο ισχυρός από οποιαδήποτε κυβερνητική ανάρτηση.
Ο «κουμπαράς» είναι θετικός. Δεν λύνει όμως το δημογραφικό
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αναφορά στον νέο επενδυτικό λογαριασμό για τα παιδιά.
Το κράτος θα αντιστοιχεί την κατάθεση των γονέων έως τα 1.200 ευρώ και ο πρωθυπουργός εμφανίζεται βέβαιος ότι οι πολίτες θα «αγκαλιάσουν» το μέτρο.
Μακάρι.
Αλλά υπάρχει ένα απλό ερώτημα:
Για να βάλεις χρήματα στον κουμπαρά του παιδιού, πρέπει πρώτα να σου περισσεύουν χρήματα για να τα βάλεις.
Και για να κάνεις παιδί πρέπει να μπορείς να πληρώσεις σπίτι, λογαριασμούς, τρόφιμα, παιδικό σταθμό και τις καθημερινές ανάγκες μιας οικογένειας.
Το δημογραφικό δεν θα λυθεί επειδή δημιουργήσαμε έναν χρηματοοικονομικό λογαριασμό.
Λύνεται όταν ένας νέος άνθρωπος πιστεύει ότι μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια χωρίς να χρειάζεται δύο μισθούς μόνο για να πληρώνει ενοίκιο και βασικές ανάγκες.
Και το ρεύμα; Θα φθηνύνει… το 2029
Η κυβέρνηση ανακοινώνει στόχο μείωσης της χονδρικής τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30%.
Εξαιρετικά.
Μόνο που ο χρονικός ορίζοντας φτάνει σταδιακά μέχρι το 2029. Οι δε μειώσεις στις χρεώσεις ΥΚΩ τοποθετούνται από το 2027.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα μόνιμα χαρακτηριστικά της κυβερνητικής επικοινωνίας:
η εξαγγελία του αύριο παρουσιάζεται σχεδόν σαν επίτευγμα του σήμερα.
Άλλο «μειώθηκε».
Και άλλο «στόχος μας είναι να μειωθεί».
Στην πολιτική αυτή η διαφορά είναι τεράστια.
Τα σχολεία δεν είναι μόνο αριθμός ανακαινίσεων
Ο πρωθυπουργός προβάλλει περίπου 670 ανακαινισμένες σχολικές μονάδες σε δύο χρόνια, χιλιάδες μόνιμους διορισμούς και σχεδόν 30.000 αναπληρωτές στην πρώτη φάση.
Θετικά όπου και όσο έχουν γίνει.
Αλλά ο αριθμός των αναπληρωτών δεν αποτελεί από μόνος του απόδειξη ότι λύθηκε το πρόβλημα στελέχωσης της εκπαίδευσης. Μπορεί να αποδεικνύει και το ακριβώς αντίθετο: πόσο εξακολουθεί να εξαρτάται το σύστημα από προσωρινό προσωπικό για να λειτουργήσει.
Το ίδιο ισχύει και με τις ανακαινίσεις.
Το ερώτημα δεν είναι αν ανακαινίστηκαν 670 σχολεία.
Το ερώτημα είναι σε ποια κατάσταση βρίσκονται τα υπόλοιπα.
Στο ΕΣΥ, η ψηφιοποίηση δεν αντικαθιστά τον γιατρό
Στην Υγεία η κυβέρνηση προβάλλει την ηλεκτρονική συνταγογράφηση στα δημόσια νοσοκομεία, την ψηφιακή παρακολούθηση της φαρμακευτικής δαπάνης και την επέκταση προληπτικών εξετάσεων.
Και καλώς γίνονται.
Αλλά υπάρχει ένας κίνδυνος: να παρουσιάζουμε τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό ως συνώνυμο της συνολικής αναβάθμισης του ΕΣΥ.
Δεν είναι.
Ο ηλεκτρονικός φάκελος δεν κάνει εφημερία. Η πλατφόρμα δεν αντικαθιστά τον γιατρό. Και η ψηφιοποίηση δεν καλύπτει από μόνη της μια κενή οργανική θέση.
Ειδικά στην Περιφέρεια και στα νησιά, αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική.
Τη γνωρίζουν πολύ καλά όσοι χρειάστηκε να αναζητήσουν συγκεκριμένη ειδικότητα σε δημόσιο νοσοκομείο.
Η άμυνα είναι σοβαρή υπόθεση, όχι επικοινωνιακό αντίβαρο
Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων είναι πραγματική ανάγκη και δεν υπάρχει λόγος να μη θεωρούνται σημαντικές οι επενδύσεις σε Rafale, φρεγάτες ή σύγχρονη αεράμυνα.
Ο πρωθυπουργός παρουσιάζει μάλιστα την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως πρόγραμμα που περνά πλέον από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση.
Αλλά και εδώ απαιτείται διάκριση.
Η αγορά οπλικών συστημάτων είναι κυβερνητική πολιτική.
Δεν αποτελεί πιστοποιητικό επιτυχίας για ολόκληρη τη διακυβέρνηση.
Δεν απαντά στην ακρίβεια, στη στέγη, στους μισθούς, στην Υγεία ή στη λειτουργία των θεσμών.
Μια κυβέρνηση μπορεί να κάνει σωστή επιλογή στην άμυνα και να κρίνεται αρνητικά σε άλλους τομείς.
Αυτή ακριβώς είναι η έννοια του απολογισμού.
Και κάπως φτάσαμε μέχρι… το Διάστημα
Το τέλος της ανάρτησης είναι σχεδόν συμβολικό.
Από τη ΔΕΘ, τα σχολεία, το ρεύμα και τα νοσοκομεία φτάνουμε στον Έλληνα που θα συμμετάσχει σε επανδρωμένη διαστημική αποστολή, στους 18 δορυφόρους και στη φιλοδοξία της Ελλάδας να γίνει παραγωγός γνώσης και τεχνολογίας.
Πολύ ωραία.
Αλλά ίσως εδώ αποκαλύπτεται άθελά της ολόκληρη η αδυναμία της κυβερνητικής αφήγησης.
Η Ελλάδα μπορεί να κοιτάζει το Διάστημα. Ο Έλληνας όμως εξακολουθεί να κοιτάζει την απόδειξη του σούπερ μάρκετ.
Και η κυβέρνηση θα κριθεί πρωτίστως για το δεύτερο.
Η πραγματική Ελλάδα εμφανίζεται τη Δευτέρα
Αυτό είναι τελικά το πρόβλημα με τις κυριακάτικες ανασκοπήσεις.
Δεν είναι απαραίτητα ότι όσα γράφουν είναι ψευδή.
Είναι ότι αποτελούν επιλεκτική φωτογραφία της πραγματικότητας.
Μαζεύεις ό,τι θετικό συνέβη, ό,τι εγκαινιάστηκε, ό,τι ανακοινώθηκε και ό,τι σχεδιάζεται για τα επόμενα χρόνια και δημιουργείς την εικόνα μιας χώρας που κινείται ασταμάτητα προς τα εμπρός.
Μόνο που υπάρχει και η άλλη Ελλάδα.
Η Ελλάδα που ξυπνάει τη Δευτέρα το πρωί.
Πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ.
Πληρώνει το ενοίκιο.
Περιμένει ραντεβού στο νοσοκομείο.
Ψάχνει σπίτι για το παιδί που σπουδάζει.
Μετράει τι απέμεινε από τον μισθό.
Και αναρωτιέται αν μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια.
Εκεί δεν υπάρχουν επικοινωνιακές ανασκοπήσεις.
Υπάρχει μόνο το αποτέλεσμα.
Και μετά από περισσότερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη, το ερώτημα δεν μπορεί πλέον να είναι μόνο «τι παραλάβαμε;», ούτε πόσα προγράμματα ξεκίνησαν ούτε πόσα δισεκατομμύρια ανακοινώθηκαν.
Το ερώτημα είναι πολύ απλούστερο:
Ζει σήμερα ο μέσος πολίτης τόσο καλύτερα όσο υποστηρίζει η κυβέρνηση ότι πηγαίνει η χώρα;
Αν η απάντηση ήταν τόσο αυτονόητη όσο παρουσιάζεται στις κυριακάτικες ανασκοπήσεις, ίσως να μη χρειαζόταν να επαναλαμβάνεται κάθε Κυριακή.



