Η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση ξεκίνησε ως θεσμική παρέμβαση και πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε μια ευρύτερη προεκλογική αντιπαράθεση.
«Τυφλό όχι», «πάρε κόσμε», «αυταπάτη που επιστρέφει ως απάτη», «ελπίδα ή περιπέτεια», «εφιαλτικό σενάριο ακυβερνησίας».
Οι λέξεις μόνο τυχαίες δεν είναι.
Ας αφήσουμε όμως για λίγο τη ρητορική και ας εξετάσουμε έναν προς έναν τους βασικούς ισχυρισμούς.
1. «Το ΠΑΣΟΚ υποτάχθηκε στο τυφλό όχι»
Εδώ υπάρχει ένα πραγματικό δεδομένο και μία πολιτική ερμηνεία.
Το πραγματικό δεδομένο είναι ότι στην πρώτη ψηφοφορία καμία από τις προτεινόμενες αναθεωρητέες διατάξεις δεν συγκέντρωσε 180 ψήφους. Ενδεικτικά, το άρθρο 16 πήρε 160 «ναι», το άρθρο 86 για την ευθύνη υπουργών 159, το άρθρο 90 για την ηγεσία της Δικαιοσύνης 159 και το άρθρο 103 για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων 161.
Από εκεί όμως μέχρι το «τυφλό όχι» υπάρχει απόσταση.
Το ίδιο το άρθρο 110 του Συντάγματος προβλέπει ότι όταν μια αναθεωρητέα διάταξη περάσει με τουλάχιστον 151 αλλά λιγότερες από 180 ψήφους, η επόμενη Βουλή χρειάζεται 180 για να καθορίσει το τελικό περιεχόμενό της.
Άρα η μη παροχή 180 ψήφων δεν «ακυρώνει» αυτομάτως την αναθεώρηση.
Μεταφέρει την ανάγκη αυξημένης συναίνεσης στην επόμενη Βουλή.
Το αν αυτή είναι υπεύθυνη ή μικροκομματική επιλογή αποτελεί πολιτική κρίση. Δεν αποτελεί συνταγματικό γεγονός.
2. «Όποιος ψηφίσει όχι ή παρών στερεί από τη χώρα το δικαίωμα να βαδίσει προς το αύριο»
Εδώ η υπερβολή γίνεται ακόμη πιο εμφανής.
Ο πρωθυπουργός έχει κάθε δικαίωμα να θεωρεί τις προτάσεις του αναγκαίες. Δεν προκύπτει όμως ότι όποιος διαφωνεί με τον τρόπο που προτείνεται να αναθεωρηθεί μια διάταξη στρέφεται αυτομάτως εναντίον του «αύριο».
Πολύ περισσότερο όταν συζητάμε για το Σύνταγμα.
Η ίδια η αυξημένη πλειοψηφία που απαιτεί το άρθρο 110 υπάρχει ακριβώς για να δυσκολεύει μια απλή κυβερνητική πλειοψηφία να διαμορφώνει μόνη της κρίσιμους συνταγματικούς κανόνες.
Το «διαφωνείς μαζί μου, άρα εμποδίζεις τη χώρα να προχωρήσει» είναι αποτελεσματικό πολιτικό μήνυμα.
Δεν είναι όμως θεσμική απόδειξη.
3. Άρθρο 86: «Θα ερευνώνται τα πολιτικά πρόσωπα από τη Δικαιοσύνη»
Εδώ ο Μητσοτάκης αγγίζει ένα πραγματικό θεσμικό ζήτημα.
Σήμερα το άρθρο 86 προβλέπει ότι μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά νυν ή πρώην υπουργών για αδικήματα που τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και ότι δεν επιτρέπεται προκαταρκτική εξέταση χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής.
Συνεπώς η μεταφορά ουσιαστικότερου μέρους της διερεύνησης στη Δικαιοσύνη αποτελεί πραγματική θεσμική αλλαγή.
Αλλά και εδώ υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια:
το ΠΑΣΟΚ δεν υποστηρίζει ότι το σημερινό άρθρο 86 πρέπει απλώς να παραμείνει ως έχει. Η σύγκρουση αφορά και το ποιος θα καθορίσει το τελικό περιεχόμενο της νέας διάταξης και με ποια πλειοψηφία.
Άρα το δίλημμα «ή ψηφίζεις τη δική μας πρόταση ή δεν θέλεις να ελέγχονται οι υπουργοί» είναι υπεραπλούστευση μιας πολύ πιο σύνθετης θεσμικής διαφωνίας.
4. «Το είπαμε, το κάναμε» εναντίον «ακοστολόγητων υποσχέσεων»
Εδώ εγκαταλείπουμε πλέον τη Συνταγματική Αναθεώρηση και περνάμε καθαρά στην προεκλογική επικοινωνία.
Ο Μητσοτάκης παρουσίασε το «το είπαμε, το κάναμε» ως «διαβατήριο αξιοπιστίας» της κυβέρνησης και αντιπαρέβαλε το κυβερνητικό πρόγραμμα στις «ακοστολόγητες» προτάσεις της αντιπολίτευσης.
Αλλά το αν μια κυβέρνηση τήρησε τις δεσμεύσεις της δεν αποδεικνύεται από ένα σύνθημα.
Απαιτεί σύγκριση των προεκλογικών δεσμεύσεων με όσα πράγματι εφαρμόστηκαν, του αρχικού κόστους με το τελικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα και των εξαγγελιών με την πραγματική επίδρασή τους στα νοικοκυριά.
Αντίστοιχα, ο χαρακτηρισμός μιας πρότασης της αντιπολίτευσης ως «ακοστολόγητης» χρειάζεται συγκεκριμένο έλεγχο ανά πρόταση.
Διαφορετικά έχουμε δύο ανταγωνιστικούς πολιτικούς ισχυρισμούς, όχι αποδεδειγμένο γεγονός.
5. «Ελπίδα ή περιπέτεια»
Εδώ το θεσμικό περίβλημα έχει πλέον εξαφανιστεί.
Ο πρωθυπουργός περιέγραψε τη μία εκλογική επιλογή ως «ελπίδα», συνδεδεμένη με «αλήθεια, σχέδιο και αποτέλεσμα», και την άλλη ως «περιπέτεια», «αναταραχή» και ενδεχόμενη «ακυβερνησία».
Αυτό είναι κλασικό εκλογικό framing.
Η πολιτική σταθερότητα είναι θεμιτό αντικείμενο συζήτησης. Δεν προκύπτει όμως ως γεγονός ότι μια διαφορετική κυβέρνηση ή μια κυβέρνηση συνεργασίας ισοδυναμεί εξ ορισμού με ακυβερνησία.
Αυτό πρέπει να αποδειχθεί πολιτικά. Δεν μπορεί απλώς να δηλωθεί ως δεδομένο.
6. Και η μεγάλη αντίφαση: ζητάς συναίνεση ενώ απονομιμοποιείς εκείνους από τους οποίους τη ζητάς
Ίσως εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση ολόκληρης της ομιλίας.
Ο Μητσοτάκης ζητά από το ΠΑΣΟΚ συναίνεση σε μια κορυφαία θεσμική διαδικασία.
Ταυτόχρονα περιγράφει την πολιτική του ως «πάρε κόσμε», το συνδέει με τον Τσίπρα, μιλά για «απάτη», «ανεπάρκεια» και κίνδυνο «περιπέτειας».
Μπορούν ασφαλώς να συνυπάρχουν θεσμική συνεργασία και σκληρή πολιτική αντιπαράθεση.
Αλλά όταν ζητάς από τον αντίπαλό σου να οικοδομήσει μαζί σου το Σύνταγμα της επόμενης δεκαετίας και ταυτόχρονα τον παρουσιάζεις ως μέρος ενός «εφιαλτικού σεναρίου», η επίκληση της συναίνεσης χάνει μέρος της πειστικότητάς της.
7. «Μητσοτάκης ή Ερντογάν»: εδώ υπάρχει σοβαρό ζήτημα απόδοσης των λόγων του Ανδρουλάκη
Στη δευτερολογία του ο πρωθυπουργός είπε στον Ανδρουλάκη:
«Είπατε ότι το δίλημμα στις επόμενες εκλογές είναι Μητσοτάκης ή Ερντογάν».
Μόνο που το πλαίσιο της δήλωσης Ανδρουλάκη ήταν διαφορετικό.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κατηγόρησε τη ΝΔ ότι εκείνη πέρασε, κατά την άποψή του, από το «Μητσοτάκης ή χάος» στο «Μητσοτάκης ή Ερντογάν», παρουσιάζοντας τη δημοκρατική εναλλαγή ως κίνδυνο. Αυτό είχε διατυπωθεί μάλιστα και στη ΔΕΘ, πριν από τη σημερινή συζήτηση.
Μπορεί κάποιος να θεωρεί την κριτική Ανδρουλάκη άδικη ή υπερβολική.
Αλλά είναι διαφορετικό πράγμα να λες:
«Κατηγορώ την κυβέρνηση ότι καλλιεργεί το δίλημμα Μητσοτάκης ή Ερντογάν»
και διαφορετικό:
«Θέτω εγώ ως εκλογικό δίλημμα το Μητσοτάκης ή Ερντογάν».
Η μετατροπή του πρώτου στο δεύτερο αλλοιώνει το πλαίσιο της αρχικής τοποθέτησης.
Από τη Συνταγματική Αναθεώρηση στην προεκλογική εκστρατεία
Τελικά, το σημαντικότερο συμπέρασμα από τη σημερινή ομιλία δεν είναι ότι ο Μητσοτάκης δεν παρουσίασε πραγματικές θεσμικές προτάσεις.
Παρουσίασε.
Ούτε ότι κάθε κριτική του προς την αντιπολίτευση στερείται βάσης.
Δεν στερείται.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο μια συζήτηση που ξεκίνησε για το Σύνταγμα μετατράπηκε σταδιακά σε ένα προεκλογικό δίλημμα:
η κυβέρνηση ως «ελπίδα, σταθερότητα και συνέπεια» και όλοι οι υπόλοιποι ως πιθανή «περιπέτεια, αναταραχή και ακυβερνησία».
Εκεί πλέον δεν μιλά το Σύνταγμα.
Μιλά η προεκλογική στρατηγική.
Και σε μια Συνταγματική Αναθεώρηση ίσως το σημαντικότερο είναι ακριβώς να μπορούμε να ξεχωρίζουμε το ένα από το άλλο.



