Τέμπη: Όταν τελειώνουν τα επιχειρήματα, αρχίζει ο χλευασμός των γονιών – Τι δεν λέει το αφήγημα για την «άδεια αίθουσα»

Υπάρχει ένας πολύ βολικός τρόπος να μιλήσει κανείς σήμερα για τα Τέμπη χωρίς να μιλήσει πραγματικά για τα Τέμπη.

Δεν χρειάζεται να ασχοληθεί με το γιατί δύο τρένα βρέθηκαν στην ίδια γραμμή. Δεν χρειάζεται να συζητήσει για τα συστήματα ασφαλείας, τις υπηρεσιακές ευθύνες, τις συμβάσεις, την κατάσταση του σιδηροδρόμου ή όσα εξετάζει σήμερα η Δικαιοσύνη.

Αρκεί να μετρήσει… καρέκλες.

«Ζητούσαν μεγάλη αίθουσα και τώρα δεν είναι ούτε 50».

Αρκεί μετά να προσθέσει λίγη ειρωνεία για την Καρυστιανού, έναν χλευασμό για τον Ρούτσι, μερικές ατάκες για «σόου» και, ως διά μαγείας, δημιουργείται ένα καινούργιο αφήγημα:

Αφού σήμερα δεν είναι γεμάτη η αίθουσα, μήπως τελικά όσα συνέβησαν τα προηγούμενα χρόνια ήταν μια μεγάλη υπερβολή;

Μόνο που αυτό δεν είναι επιχείρημα.

Είναι υπεκφυγή.

Και κυρίως δεν απαντά σε κανένα από τα πραγματικά ερωτήματα της υπόθεσης.

Η δίκη δεν είναι τηλεοπτικό σόου για να μετράμε εισιτήρια

Ας ξεκινήσουμε από το περίφημο επιχείρημα της αίθουσας.

Πράγματι, στην έναρξη της δίκης υπήρξαν σοβαρές αντιδράσεις για τις συνθήκες. Η ίδια η ΕΡΤ κατέγραφε ότι συγγενείς και δικηγόροι διαμαρτύρονταν για τον χώρο, ενώ στην κύρια αίθουσα υπήρχαν περιορισμοί πρόσβασης: οι πρώτοι 100 συγγενείς που είχαν δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας βρίσκονταν σε ειδικό χώρο, μόλις 21 δημοσιογράφοι είχαν διαπιστευτεί στην κύρια αίθουσα και άλλοι παρακολουθούσαν από δεύτερη αίθουσα μέσω οθονών.

Ακολούθησε μάλιστα επέκταση της αίθουσας από περίπου 284 σε 452 τετραγωνικά μέτρα, με περίπου 100 επιπλέον θέσεις.

Άρα τι ακριβώς αποδεικνύει το γεγονός ότι σε κάποια μεταγενέστερη συνεδρίαση μπορεί να υπάρχουν λιγότεροι άνθρωποι;

Τίποτα.

Μια μεγάλη δικαστική αίθουσα δεν κατασκευάζεται επειδή αναμένεται καθημερινά κοσμοσυρροή σαν να πρόκειται για συναυλία. Κατασκευάζεται ώστε μια δίκη με 36 κατηγορουμένους, δεκάδες δικηγόρους, συγγενείς, δημοσιογράφους και λοιπούς παράγοντες της διαδικασίας να μπορεί να διεξάγεται με τις απαιτούμενες συνθήκες. Η κύρια δίκη αφορά 36 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων στελέχη και εργαζόμενοι ΟΣΕ, ΕΡΓΟΣΕ, ΡΑΣ, στελέχη του υπουργείου και της Hellenic Train.

Το αν την Τρίτη το πρωί υπάρχουν 40, 50 ή 150 θεατές δεν αλλάζει ούτε μία σελίδα της δικογραφίας.

Και κάτι ακόμη: η δίκη κάθε άλλο παρά «τελείωσε»

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση.

Την ώρα που επιχειρείται να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι «ξεφούσκωσε το θέμα», η αποδεικτική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά.

Μόλις στις 15 Σεπτεμβρίου καταθέτουν συγγενείς θυμάτων, ενώ το δικαστήριο εξετάζει νέο αίτημα σχετικά με το κατασχεμένο κινητό του σταθμάρχη. Η εισαγγελέας έχει χαρακτηρίσει το αίτημα για εξέταση του κινητού «νόμιμο και εύλογο» για τη διερεύνηση των συνθηκών του δυστυχήματος.

Δηλαδή η Δικαιοσύνη εξακολουθεί να εξετάζει στοιχεία.

Αλλά εμείς υποτίθεται ότι πρέπει να κοιτάμε πόσοι κάθονται στις καρέκλες.

Εντυπωσιακή μετατόπιση της συζήτησης.

«Τι έγινε με τις εκταφές;» – Ας δούμε τι έγινε πραγματικά

Ακόμη πιο προβληματικό είναι το κομμάτι για τον Πάνο Ρούτσι.

Το κείμενο αναρωτιέται ειρωνικά γιατί «εγκατέλειψε» την απεργία πείνας και προσθέτει μάλιστα ότι «πάχυνε με την απεργία πείνας».

Εδώ δεν έχουμε πολιτικό επιχείρημα.

Έχουμε προσωπική προσβολή προς έναν πατέρα που έχασε το παιδί του.

Και το χειρότερο είναι ότι η ειρωνεία παρακάμπτει το βασικό γεγονός.

Ο Ρούτσι αρχικά επέμενε ότι δεν αρκούσε η εκταφή μόνο για ταυτοποίηση και ζητούσε να γίνουν και τοξικολογικές εξετάσεις. Στις 26 Σεπτεμβρίου 2025 δήλωνε ότι θα συνεχίσει την απεργία ακριβώς επειδή αυτό το σκέλος του αιτήματός του δεν είχε ικανοποιηθεί.

Στις 6 Οκτωβρίου η Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας έδωσε το πράσινο φως ώστε να γίνουν και βιοχημικές και τοξικολογικές εξετάσεις, μέσω ξεχωριστής έρευνας.

Αυτό είναι το πραγματικό χρονικό.

Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τον τρόπο που επέλεξε ο συγκεκριμένος άνθρωπος να διεκδικήσει το αίτημά του.

Αλλά το «γιατί σταμάτησε;» όταν μεσολάβησε αποδοχή του βασικού αιτήματος που διεκδικούσε δεν αποτελεί αποδόμηση.

Αποτελεί απόκρυψη ενός κρίσιμου γεγονότος.

Και σήμερα οι εκταφές εξακολουθούν να απασχολούν τη δίκη

Υπάρχει μάλιστα μια ακόμη λεπτομέρεια που καταρρίπτει την εικόνα ότι όλα αυτά έχουν δήθεν εξαφανιστεί.

Στη συνεδρίαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2026, ο Παύλος Ασλανίδης αναφέρθηκε ενώπιον του δικαστηρίου στις εξετάσεις που ζητούν συγγενείς και κατέθεσε ότι έχει βρεθεί εργαστήριο στην Ολλανδία το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να πραγματοποιήσει ειδικές εξετάσεις εφόσον γίνουν εκταφές και ληφθούν δείγματα.

Άρα όχι.

Το θέμα δεν εξαφανίστηκε επειδή κάποιος στο Facebook αποφάσισε ότι εξαφανίστηκε.

Είναι ζήτημα που εξακολουθεί να τίθεται μέσα στην ίδια τη δικαστική διαδικασία.

Η Καρυστιανού έγινε πολιτικός – και λοιπόν;

Υπάρχει ασφαλώς ένα απολύτως θεμιτό πεδίο κριτικής στη Μαρία Καρυστιανού.

Από τη στιγμή που επέλεξε να περάσει στην ενεργό πολιτική και να ηγηθεί πολιτικού φορέα, οι πολιτικές θέσεις, οι προτάσεις, το πρόγραμμα, η χρηματοδότηση και οι δημόσιες τοποθετήσεις της υπόκεινται στην ίδια αυστηρή δημοσιογραφική και πολιτική κριτική που πρέπει να ασκείται σε κάθε πολιτικό.

Αυτό όμως είναι άλλο πράγμα.

Το «η Κάρυ δεν ευκαιρεί» και τα υπονοούμενα περί χρημάτων από «συναυλίες και ομιλίες» δεν υποκαθιστούν στοιχεία.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν τεκμηριωμένες δημόσιες πολιτικές δραστηριότητές της: περιοδεία στην Αχαΐα με συναντήσεις με δημάρχους, Επιμελητήριο, Πανεπιστήμιο, νοσοκομείο, παραγωγικούς φορείς και πολίτες, καθώς και πολιτικές συνεντεύξεις μετά την παρουσίαση των θέσεων του κινήματός της στη ΔΕΘ.

Εάν υπάρχουν συγκεκριμένες εκδηλώσεις με εισιτήριο και συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία, αυτά μπορούν να παρουσιαστούν και να ελεγχθούν.

Το «μαζεύει λεφτά» χωρίς τέτοια τεκμηρίωση είναι υπαινιγμός, όχι απόδειξη.

Το μεγάλο τέχνασμα: από τα Τέμπη… στους συγγενείς των θυμάτων

Και εδώ φτάνουμε στο ουσιαστικότερο σημείο.

Γιατί όλο το κείμενο καταφέρνει κάτι πραγματικά εντυπωσιακό:

Μιλά για τα Τέμπη χωρίς σχεδόν να μιλά για τις αιτίες των Τεμπών.

Το ενδιαφέρον μεταφέρεται από το κράτος, τον σιδηρόδρομο και τις υπό διερεύνηση ευθύνες στους συγγενείς.

Δεν συζητάμε πλέον:

Τι δεν λειτουργούσε;

Συζητάμε πόσοι κάθονται στην αίθουσα.

Δεν συζητάμε:

Ποιοι είχαν θεσμική και υπηρεσιακή ευθύνη;

Συζητάμε πού βρίσκεται η Καρυστιανού.

Δεν συζητάμε:

Τι αποδεικνύεται στη δίκη;

Συζητάμε εάν ο Ρούτσι… πάχυνε.

Αυτή είναι μια κλασική μετατόπιση του βάρους της συζήτησης: αντί να κριθούν οι πράξεις και οι παραλείψεις των θεσμικών φορέων, το επίκεντρο γίνεται η συμπεριφορά εκείνων που ζητούν απαντήσεις.

Οι ευθύνες δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιος απαξιώνει τους επικριτές

Και υπάρχει ένα δεδομένο που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη αυτή την προσπάθεια μετατόπισης.

Η κύρια δίκη περιλαμβάνει κατηγορίες που, σύμφωνα με την παρουσίασή τους από την Καθημερινή, εκτείνονται από ανθρώπινα λάθη μέχρι κενά στα συστήματα ασφαλείας.

Παράλληλα, σε διαφορετικό δικαστικό σκέλος της υπόθεσης, τον Αύγουστο ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισηγήθηκε την παραπομπή του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου και του πρώην περιφερειάρχη Κώστα Αγοραστού στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση της αλλοίωσης του χώρου. Πρόκειται για εισαγγελική εισήγηση, όχι τελεσίδικη κρίση ενοχής — αλλά προφανώς αποτελεί υπαρκτή θεσμική εξέλιξη που δεν μπορεί να εξαφανιστεί από τη δημόσια συζήτηση.

Επομένως δεν χρειάζεται κανείς να προδικάσει την ετυμηγορία κανενός.

Ακριβώς το αντίθετο.

Ας αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να κρίνει ποιος ευθύνεται και για τι.

Αλλά μέχρι να το κάνει, κανείς δεν μπορεί σοβαρά να υποστηρίζει ότι το ζήτημα των ευθυνών εξαφανίστηκε επειδή μια μέρα υπήρχαν άδειες καρέκλες.

Οι 57 νεκροί δεν γίνονται λιγότεροι επειδή μειώθηκε το ακροατήριο

Αυτό είναι τελικά το σημείο που χάνεται μέσα στις ειρωνείες.

Στα Τέμπη σκοτώθηκαν 57 άνθρωποι.

Αυτό είναι το γεγονός.

Και η σημερινή δικαστική διαδικασία υπάρχει ακριβώς για να εξετάσει πώς συνέβη, ποιοι έχουν ποινικές ευθύνες και μέχρι πού φτάνουν αυτές.

Οι πλατείες μπορεί να γεμίζουν και να αδειάζουν.

Οι τηλεοπτικές κάμερες μπορεί κάποτε να είναι εκατό και κάποτε καμία.

Ένας συγγενής μπορεί να βρίσκεται κάθε ημέρα στο δικαστήριο και ένας άλλος να μην αντέχει να πατήσει ποτέ.

Τίποτε από αυτά δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο για την υπόθεση.

Οι καρέκλες δεν αθωώνουν κανέναν.

Όπως και τα πλήθη δεν καταδικάζουν κανέναν.

Αυτό το κάνει μόνο η Δικαιοσύνη, με στοιχεία.

Και ίσως εκεί βρίσκεται ο πραγματικός λόγος που πρέπει να σταματήσει η συζήτηση για το πόσοι βρίσκονται στην αίθουσα και να αρχίσουμε να ακούμε τι ακριβώς κατατίθεται μέσα σε αυτήν.

Γιατί η δίκη των Τεμπών δεν είναι διαγωνισμός δημοφιλίας.

Δεν είναι δημοσκόπηση.

Δεν είναι συγκέντρωση όπου μετράμε κεφάλια.

Και σίγουρα δεν είναι ευκαιρία για να χλευάζονται γονείς που έθαψαν τα παιδιά τους.

Είναι η διαδικασία μέσα από την οποία πρέπει να αποδειχθεί τι συνέβη, γιατί συνέβη και ποιος ευθύνεται για τι.

Και αυτή η συζήτηση μόλις τώρα γίνεται εκεί όπου τελικά έχει τη μεγαλύτερη σημασία:

μέσα στο δικαστήριο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ