Υπάρχει πράγματι ένας πολύ καλός κανόνας όταν συζητάμε για οικονομία: να αφήνουμε τα στοιχεία να φωτίζουν την πραγματικότητα και να μην τα χρησιμοποιούμε ως στήριγμα για ένα συμπέρασμα που έχουμε ήδη αποφασίσει.
Μόνο που ο κανόνας αυτός ισχύει για όλους.
Και όταν κάποιος επικαλείται τη Eurostat για να αποδείξει ότι περίπου καταρρέει ο «μύθος» των χαμηλών ελληνικών μισθών, καλό είναι να διαβάσει όχι μόνο τους αριθμούς του πίνακα, αλλά και τι ακριβώς μετρά ο πίνακας.
Γιατί κάπου εκεί αρχίζουν τα προβλήματα.
Το άρθρο του Κώστα Στούπα στο Liberal επιχειρεί να αποδομήσει όσους υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα έχει πλησιάσει τη Βουλγαρία μισθολογικά.
Και χρησιμοποιεί έναν πραγματικό πίνακα.
Μόνο που από έναν πραγματικό πίνακα μπορούν να εξαχθούν και παραπλανητικά συμπεράσματα.
Πρώτο πρόβλημα: Αυτό που βλέπουμε δεν είναι απλώς «ο μέσος καθαρός μισθός»
Ο πίνακας που παρουσιάζεται αφορά annual net earnings και τέσσερις συγκεκριμένες οικογενειακές περιπτώσεις.
Στην πρώτη στήλη, για παράδειγμα, έχουμε:
«Single person without children, 100% of average worker».
Δηλαδή έναν συγκεκριμένο τυποποιημένο εργαζόμενο, χωρίς παιδιά, στο 100% των αποδοχών του «average worker», πάνω στον οποίο εφαρμόζονται η φορολογία και οι ασφαλιστικές εισφορές ώστε να προκύψουν οι καθαρές ετήσιες αποδοχές.
Οι υπόλοιπες στήλες αλλάζουν την οικογενειακή κατάσταση και τον αριθμό των εργαζομένων.
Άρα το 21.498 ευρώ της Ελλάδας που εμφανίζεται στην εικόνα δεν πρέπει να διαβάζεται απλοϊκά ως «τόσα παίρνει κατά μέσο όρο καθαρά ο Έλληνας εργαζόμενος».
Κι όμως πάνω σε αυτή την απλοποίηση οικοδομείται μεγάλο μέρος του επιχειρήματος.
Και τότε έρχεται ένας άλλος πίνακας της ίδιας Eurostat
Εδώ γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Η Eurostat διαθέτει διαφορετικό δείκτη για τον μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης προσαρμοσμένο σε ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης.
Τι έδειξαν τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το 2024;
Μέσος όρος ΕΕ: 39.800 ευρώ.
Και στις τελευταίες θέσεις;
Βουλγαρία: 15.400 ευρώ.
Ελλάδα: 18.000 ευρώ.
Ουγγαρία: 18.500 ευρώ.
Δηλαδή η ίδια Eurostat κατέτασσε την Ελλάδα το 2024 με τον συγκεκριμένο δείκτη δεύτερη από το τέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μπροστά μόνο από τη Βουλγαρία.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι οι δύο δείκτες αντιφάσκουν.
Σημαίνει ότι μετρούν διαφορετικά πράγματα.
Και ακριβώς γι’ αυτό δεν παίρνεις τον δείκτη που σου προσφέρει την ωραιότερη κατάταξη και τον βαφτίζεις γενικώς «μέσο καθαρό μισθό».
Αν θέλουμε στατιστική, ας έχουμε όλη τη στατιστική.
Η Ελλάδα 17η! Πανηγυρίζουμε;
Το άρθρο στέκεται ιδιαίτερα στο γεγονός ότι στον συγκεκριμένο πίνακα η Ελλάδα βρίσκεται 17η.
«Δεκαεφτά, όχι εικοσιεφτά», τονίζει.
Σωστό ως προς την κατάταξη του συγκεκριμένου δείκτη.
Αλλά κοιτάξτε λίγο καλύτερα τον ίδιο πίνακα.
Για τον άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά:
Ελλάδα: 21.498 ευρώ
Μέσος όρος ΕΕ: 29.954 ευρώ
Μέσος όρος Ευρωζώνης: 32.193 ευρώ
Άρα ο συγκεκριμένος τυποποιημένος Έλληνας εργαζόμενος βρίσκεται περίπου 8.455 ευρώ τον χρόνο κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ και σχεδόν 10.695 ευρώ κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Αυτά τα νούμερα βρίσκονται στον ίδιο ακριβώς πίνακα.
Απλώς δεν είναι τόσο βολικά για πανηγυρισμούς.
Το «+80% από το 2019» είναι το σημείο που χρειάζεται τον μεγαλύτερο μεγεθυντικό φακό
Το άρθρο προχωρά ακόμη περισσότερο:
Το 2019 ήμασταν στα 11.900 ευρώ και το 2025 πλησιάσαμε τα 21.500. Άνοδος άνω του 80%.
Εάν συγκρίνονται απολύτως ομοειδή δεδομένα της ίδιας μεθοδολογίας, η αριθμητική μεταβολή πράγματι προκύπτει.
Αλλά εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα:
Σημαίνει αυτό ότι ο μέσος Έλληνας εργαζόμενος είδε τον πραγματικό μισθό του να αυξάνεται περισσότερο από 80% μέσα σε έξι χρόνια;
Όχι. Αυτό δεν προκύπτει από μόνο του από αυτή τη σύγκριση.
Και υπάρχει ένας πολύ απλός λόγος.
Οι ονομαστικοί αριθμοί σε ευρώ δεν μας λένε από μόνοι τους πόσα πράγματα μπορεί να αγοράσει ο εργαζόμενος με αυτά τα χρήματα.
Μεσολάβησε η μεγάλη πληθωριστική κρίση.
Άλλαξαν τιμές τροφίμων.
Άλλαξαν ενοίκια.
Άλλαξε η ενέργεια.
Άλλαξε το κόστος πολλών βασικών αγαθών και υπηρεσιών.
Άρα άλλο ονομαστικό εισόδημα και άλλο πραγματική αγοραστική δύναμη.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η Βουλγαρία
Το άρθρο θριαμβολογεί:
ο Βούλγαρος παίρνει 7.000 ευρώ λιγότερα από τον Έλληνα εάν είναι άγαμος, περισσότερα ανάλογα με την οικογενειακή περίπτωση και έως περίπου 15.000 ευρώ λιγότερα στην περίπτωση οικογένειας δύο εργαζομένων.
Και καταλήγει:
«Αυτό είναι άλλη οικονομία».
Βεβαίως οι ονομαστικές αποδοχές στην Ελλάδα είναι υψηλότερες.
Αλλά υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα που λέγεται κόστος ζωής.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το γενικό επίπεδο τιμών της τελικής καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών στη Βουλγαρία το 2025 βρισκόταν μόλις στο 63% του μέσου όρου της ΕΕ — το χαμηλότερο στην Ένωση.
Επομένως δεν μπορείς να πάρεις απλώς:
21.498 ευρώ Ελλάδα
και
14.450 ευρώ Βουλγαρία
και να πεις «ιδού, τελείωσε η συζήτηση».
Γιατί ένα ευρώ δεν αγοράζει το ίδιο καλάθι αγαθών και υπηρεσιών σε κάθε χώρα.
Ακριβώς γι’ αυτό υπάρχουν οι ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης (PPP).
Όχι για διακόσμηση στις βάσεις δεδομένων της Eurostat.
Και τι συμβαίνει όταν βάλουμε μέσα την αγοραστική δύναμη;
Εδώ ο «φανοστάτης» αρχίζει να φωτίζει ένα πολύ διαφορετικό τοπίο.
Η προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του 2025, προσαρμοσμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, έβαζε:
Ελλάδα: 68% του μέσου όρου της ΕΕ
Βουλγαρία: 68% του μέσου όρου της ΕΕ.
Οι δύο χώρες βρίσκονταν δηλαδή μαζί στο χαμηλότερο επίπεδο της ΕΕ ως προς αυτόν τον συγκεκριμένο δείκτη.
Προσοχή και εδώ:
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν είναι μισθός.
Δεν πρέπει να κάνουμε τώρα το αντίστροφο στατιστικό λάθος.
Δεν αποδεικνύει ότι ο Έλληνας και ο Βούλγαρος εργαζόμενος έχουν το ίδιο εισόδημα ή την ίδια αγοραστική δύναμη.
Αποδεικνύει όμως κάτι άλλο πολύ σημαντικό:
η σύγκριση των δύο οικονομιών δεν τελειώνει επειδή στον έναν πίνακα ο Έλληνας εμφανίζεται να λαμβάνει 7.000 ευρώ περισσότερα.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Και υπάρχει ακόμη ένας δείκτης που αξίζει να κοιτάξουμε
Η ίδια η Eurostat επισημαίνει ότι το Actual Individual Consumption (AIC), δηλαδή η πραγματική ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο προσαρμοσμένη για διαφορές τιμών, αποτελεί δείκτη περισσότερο προσαρμοσμένο στην περιγραφή της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών από ό,τι το ΑΕΠ.
Και η Eurostat καταγράφει ότι 19 από τις 27 χώρες της ΕΕ παρέμεναν το 2025 κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στον συγκεκριμένο δείκτη.
Αυτός είναι ο λόγος που μια σοβαρή συζήτηση για το βιοτικό επίπεδο δεν γίνεται με έναν αριθμό.
Χρειάζονται μισθοί, πραγματικές αποδοχές, φόροι, κοινωνικές μεταβιβάσεις, κόστος στέγασης, επίπεδα τιμών, αγοραστική δύναμη και κατανάλωση.
Το πιο ειρωνικό; Η πραγματική Eurostat είναι πολύ λιγότερο πανηγυρική
Ας τα βάλουμε λοιπόν δίπλα δίπλα.
Από τη μία:
στο συγκεκριμένο παράδειγμα καθαρών ετήσιων αποδοχών που παρουσιάζει το άρθρο, η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από τη Βουλγαρία και άλλες χώρες.
Αυτό είναι γεγονός.
Από την άλλη:
η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ και ακόμη περισσότερο από εκείνον της Ευρωζώνης στον ίδιο πίνακα.
Στον διαφορετικό δείκτη της Eurostat για τον μέσο ετήσιο προσαρμοσμένο μισθό πλήρους απασχόλησης, η Ελλάδα ήταν το 2024 δεύτερη χαμηλότερη στην ΕΕ, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία.
Και στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS για το 2025, Ελλάδα και Βουλγαρία βρίσκονται μαζί στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Αυτή είναι μια αρκετά διαφορετική εικόνα από το:
«μας έλεγαν Βουλγαρία και η Eurostat τους διέψευσε».
Όχι, η Ελλάδα δεν είναι Βουλγαρία – αλλά αυτό δεν είναι και το επιχείρημα που νομίζουν
Εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως δίκαιοι.
Το σύνθημα «η Ελλάδα έγινε Βουλγαρία» είναι δημοσιογραφική ή πολιτική υπερβολή όταν παρουσιάζεται κυριολεκτικά.
Οι δύο χώρες έχουν διαφορετικά επίπεδα μισθών, διαφορετική οικονομική διάρθρωση, διαφορετικό κόστος ζωής και διαφορετικά φορολογικά και κοινωνικά συστήματα.
Αλλά εξίσου προβληματικό είναι να χρησιμοποιείται ένας επιλεγμένος πίνακας για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το ζήτημα των ελληνικών μισθών αποτελεί περίπου κατασκευή της αντιπολίτευσης.
Δεν είναι.
Η ίδια η Eurostat κατέγραφε για το 2024 μέσο ετήσιο full-time adjusted salary 18.000 ευρώ στην Ελλάδα έναντι 39.800 ευρώ στην ΕΕ.
Δηλαδή λιγότερο από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου στον συγκεκριμένο δείκτη.
Αυτό δεν είναι «αντισυστημικός όχλος».
Είναι αριθμός της Eurostat.
Και κάτι ακόμη για το «οι μισθοί δεν ανεβαίνουν με διατάγματα»
Σωστά: μακροπρόθεσμα η βιώσιμη άνοδος των πραγματικών μισθών συνδέεται στενά με την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, τις δεξιότητες, τη σύνθεση της οικονομίας και τη λειτουργία της αγοράς εργασίας.
Αλλά η φράση «οι μισθοί δεν ανεβαίνουν με διατάγματα» είναι υπερβολικά απόλυτη.
Το κράτος θεσπίζει κατώτατο μισθό.
Το φορολογικό σύστημα επηρεάζει τις καθαρές αποδοχές.
Οι ασφαλιστικές εισφορές επίσης.
Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας επηρεάζουν τη διαπραγματευτική δύναμη εργαζομένων και εργοδοτών.
Και, ειρωνικά, ο ίδιος ο πίνακας των καθαρών αποδοχών που χρησιμοποιείται στο άρθρο επηρεάζεται ακριβώς από τη φορολογία, τις εισφορές και τις οικογενειακές παροχές.
Άρα ούτε εδώ χωρούν τόσο εύκολα τα συνθήματα.
Τελικά, ποιος χρησιμοποιεί τον φανοστάτη για στήριγμα;
Το άρθρο ξεκινά με μια ωραία ατάκα:
ότι κάποιοι χρησιμοποιούν τη στατιστική όπως ο μεθυσμένος τον φανοστάτη — για στήριγμα και όχι για φωτισμό.
Ας κρατήσουμε λοιπόν την ατάκα.
Αλλά ας ανάψουμε και τον φανοστάτη.
Γιατί όταν ανάψει, βλέπουμε ότι:
Ναι, στον συγκεκριμένο δείκτη καθαρών ετήσιων αποδοχών η Ελλάδα βρίσκεται αισθητά πάνω από τη Βουλγαρία.
Ναι, η Ελλάδα βρίσκεται 17η στον συγκεκριμένο πίνακα.
Αλλά επίσης:
η Ελλάδα παραμένει πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο,
σε διαφορετικό επίσημο μισθολογικό δείκτη της Eurostat βρισκόταν το 2024 δεύτερη από το τέλος,
η σύγκριση ονομαστικών ποσών Ελλάδας–Βουλγαρίας χωρίς προσαρμογή για το διαφορετικό επίπεδο τιμών είναι ελλιπής,
και όταν η Eurostat διορθώνει για τις διαφορές τιμών στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, Ελλάδα και Βουλγαρία βρίσκονται το 2025 μαζί στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ.
Οπότε ναι.
Ας χρησιμοποιήσουμε τη στατιστική για φωτισμό.
Αλλά τότε πρέπει να ανάψουμε όλα τα φώτα.
Όχι μόνο εκείνο που πέφτει πάνω στον αριθμό που μας βολεύει.




