Ο Γιώργος Καρατζαφέρης ξαναχτύπησε. Και αυτή τη φορά δεν περιορίστηκε στην πολιτική διαφωνία με τον Αντώνη Σαμαρά.
Τον αποκάλεσε «καταπατητή». Τον χαρακτήρισε «προδότη». Του απέδωσε προσωπικό γινάτι επειδή, κατά τη δική του εκδοχή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν του έδωσε κάποιο αξίωμα. Και τελικά κατέληξε περίπου στο συμπέρασμα ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν δικαιούται να βρίσκεται «μέσα στα πράγματα».
Μόνο που εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα.
Άλλο η ιστορία και άλλο η προσωπική ερμηνεία της ιστορίας. Και άλλο η πολιτική κριτική και άλλο η απόδοση κινήτρων χωρίς αποδείξεις.
Ναι, το 1993 συνέβη. Αλλά δεν τελειώνει εκεί η Ιστορία
Ο Καρατζαφέρης έχει ασφαλώς δικαίωμα να θυμίζει το 1993.
Ο Αντώνης Σαμαράς είχε συγκρουστεί με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, είχε αποχωρήσει από τη Νέα Δημοκρατία και είχε ιδρύσει την Πολιτική Άνοιξη. Η κυβέρνηση έχασε στη συνέχεια την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία και οδηγήθηκε σε εκλογές.
Αυτό είναι ιστορικό γεγονός.
Από αυτό όμως μέχρι το συμπέρασμα ότι ο Σαμαράς ευθύνεται για το γεγονός ότι η ΝΔ παρέμεινε εκτός κυβέρνησης επί έντεκα χρόνια υπάρχει ένα τεράστιο λογικό άλμα.
Γιατί με αυτή τη συλλογιστική εξαφανίζονται από την πολιτική ιστορία οι εκλογές του 1996 και του 2000, οι ηγεσίες της ΝΔ, οι πολιτικές επιλογές της παράταξης, η εκλογική δύναμη του ΠΑΣΟΚ, ο Κώστας Σημίτης και, κυρίως, οι ίδιοι οι ψηφοφόροι.
Οι κυβερνήσεις δεν εκλέγονται επειδή το 1993 ένας πολιτικός πήρε μία συγκεκριμένη απόφαση.
Εκλέγονται επειδή οι πολίτες ψηφίζουν.
Και ο Στεφανόπουλος;
Το δεύτερο επιχείρημα αφορά το 1995.
Και εδώ υπάρχει πραγματικό ιστορικό γεγονός: η Πολιτική Άνοιξη πρότεινε τον Κωστή Στεφανόπουλο για την Προεδρία της Δημοκρατίας και το ΠΑΣΟΚ στήριξε την υποψηφιότητά του.
Ο Στεφανόπουλος εξελέγη Πρόεδρος.
Από εκεί και πέρα όμως η παρουσίαση αυτής της επιλογής περίπου ως πολιτικής «προδοσίας» επειδή δεν προκλήθηκαν πρόωρες εκλογές είναι πολιτική ερμηνεία.
Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ακριβώς το αντίθετο: ότι ένα κόμμα άσκησε το συνταγματικό του δικαίωμα και υποστήριξε έναν υποψήφιο τον οποίο θεωρούσε κατάλληλο για Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Το γεγονός ότι αυτή η επιλογή δεν εξυπηρετούσε τότε την εκλογική στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας δεν την καθιστά αυτομάτως «προδοσία».
Το πραγματικά αδύναμο σημείο: «Δεν του έδωσε κάτι ο Μητσοτάκης»
Εδώ πλέον εγκαταλείπουμε τα ιστορικά γεγονότα και περνάμε στην ψυχανάλυση.
Ο Καρατζαφέρης αναρωτιέται περίπου:
Αν ο Μητσοτάκης είχε κάνει τον Σαμαρά επίτροπο ή Πρόεδρο της Δημοκρατίας, θα έκανε σήμερα αυτά που κάνει;
Εντυπωσιακό ως ατάκα.
Απόδειξη όμως;
Καμία.
Για να σταθεί αυτό το επιχείρημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Σαμαράς ζήτησε συγκεκριμένα αξιώματα, ότι η σημερινή πολιτική σύγκρουσή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη προέκυψε επειδή δεν τα πήρε και ότι οι πολιτικές διαφωνίες που επικαλείται αποτελούν απλώς πρόσχημα.
Ο ίδιος ο Σαμαράς παρουσιάζει εντελώς διαφορετική αιτιολόγηση. Στις τελευταίες παρεμβάσεις του έχει επιτεθεί στην κυβέρνηση για την οικονομία, την ακρίβεια, την εξωτερική πολιτική, τις υποκλοπές, τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και συνολικά για την πολιτική φυσιογνωμία της σημερινής ΝΔ.
Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί μαζί του.
Αλλά δεν μπορεί απλώς να εξαφανίζει τις πολιτικές θέσεις του και να τις αντικαθιστά με το βολικό σενάριο:
«Δεν του έδωσαν καρέκλα και θύμωσε».
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης
Υπάρχει όμως και μια πολιτική λεπτομέρεια που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ο Γιώργος Καρατζαφέρης το τελευταίο διάστημα δεν εμφανίζεται ως ουδέτερος παρατηρητής της σύγκρουσης Μητσοτάκη–Σαμαρά.
Έχει τοποθετηθεί επανειλημμένα και δημόσια υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Έχει φτάσει μάλιστα να τον χαρακτηρίσει τον καλύτερο πρωθυπουργό στα εθνικά και στην εξωτερική πολιτική, ενώ παράλληλα εξαπολύει επαναλαμβανόμενες επιθέσεις στον Σαμαρά.
Άρα ο αναγνώστης δικαιούται να αξιολογήσει τις παρεμβάσεις του μέσα σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο.
Δεν υπάρχει δημόσιο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Καρατζαφέρης ενεργεί κατόπιν εντολής ή συνεννόησης με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αυτό δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως γεγονός.
Πολιτικά όμως οι παρεμβάσεις του λειτουργούν αντικειμενικά υπέρ του Μητσοτάκη και εναντίον ενός από τους σκληρότερους επικριτές του στον χώρο της παραδοσιακής Κεντροδεξιάς.
Και δεν είναι η πρώτη φορά που προκαλείται αυτή η εντύπωση. Πρόσφατα δημοσιεύματα έχουν σχολιάσει ακριβώς την ένταση της δημόσιας στήριξής του προς τον πρωθυπουργό και των παράλληλων επιθέσεών του στον Σαμαρά.
Υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα αντίφαση
Ο Καρατζαφέρης εγκαλεί τον Σαμαρά επειδή, κατά την άποψή του, βάζει το προσωπικό του συμφέρον πάνω από την παράταξη.
Ταυτόχρονα όμως δηλώνει ο ίδιος:
«Εγώ είμαι της παράταξης» και ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος να κερδηθούν οι εκλογές.
Αυτό αλλάζει σημαντικά την οπτική.
Δεν ακούμε δηλαδή έναν αποστασιοποιημένο ιστορικό αναλυτή που εξετάζει ψύχραιμα το 1993.
Ακούμε έναν πολιτικό που δηλώνει ότι τον ενδιαφέρει η εκλογική επικράτηση της παράταξης και ο οποίος ταυτόχρονα επιτίθεται σε έναν πολιτικό που σήμερα βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση με τον σημερινό πρωθυπουργό.
Απολύτως θεμιτό.
Αλλά ας γνωρίζουμε από ποια πολιτική θέση εκφέρεται η κριτική.
«Προδότης»: εύκολη λέξη, δύσκολη πολιτική συζήτηση
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της παρέμβασης Καρατζαφέρη.
Όταν χαρακτηρίζεις έναν πρώην πρωθυπουργό και πρώην πρόεδρο της ΝΔ «προδότη», έχεις ουσιαστικά τελειώσει τη συζήτηση πριν αυτή αρχίσει.
Δεν χρειάζεται πλέον να απαντήσεις στις θέσεις του.
Δεν χρειάζεται να συζητήσεις αν έχει δίκιο ή άδικο για την οικονομία.
Δεν χρειάζεται να απαντήσεις στην κριτική του για την εξωτερική πολιτική.
Δεν χρειάζεται να συζητήσεις για την πολιτική φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας.
Δεν χρειάζεται να απαντήσεις σε τίποτα.
Έχεις τον «προδότη».
Και αυτός είναι ένας πολύ βολικός τρόπος πολιτικής αντιπαράθεσης.
Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που δεν εξαφανίζεται με χαρακτηρισμούς
Ο Αντώνης Σαμαράς υπήρξε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.
Υπήρξε πρωθυπουργός.
Επανέφερε τη ΝΔ στην κυβέρνηση το 2012 και κυβέρνησε μέχρι το 2015.
Αργότερα στήριξε τη ΝΔ υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Σήμερα βρίσκεται απέναντί του.
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ο Καρατζαφέρης τον συμπαθεί.
Ούτε αν τον θεωρεί «καταπατητή».
Ούτε αν εξακολουθεί, τρεις δεκαετίες αργότερα, να του χρεώνει το 1993.
Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο:
Γιατί ένας πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος της ΝΔ βρίσκεται σήμερα σε τόσο βαθιά πολιτική σύγκρουση με τον σημερινό πρωθυπουργό;
Εκεί χρειάζεται πολιτική συζήτηση.
Με επιχειρήματα.
Με γεγονότα.
Με απαντήσεις στις συγκεκριμένες θέσεις του.
Όχι με χαρακτηρισμούς.
Γιατί όσο ο Γιώργος Καρατζαφέρης εμφανίζεται να υπερασπίζεται με τέτοια ένταση τον Κυριάκο Μητσοτάκη και ταυτόχρονα να αποδίδει την κριτική Σαμαρά σε προσωπικά απωθημένα και χαμένα αξιώματα, τόσο περισσότερο δημιουργείται ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα:
Μιλάει για να εξηγήσει την πολιτική σύγκρουση ή για να απαξιώσει τον έναν από τους δύο πρωταγωνιστές της;
Και αυτό τελικά είναι κάτι που μπορεί να κρίνει ο καθένας από τις ίδιες τις δημόσιες τοποθετήσεις του.



