Μια σειρά περιστατικών των τελευταίων ημερών αποκαλύπτει ότι στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας η πολιτική πίεση μεγαλώνει.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για παρασκηνιακές διαφωνίες, γκρίνια βουλευτών ή διαφορετικές προσεγγίσεις πίσω από κλειστές πόρτες.
Οι διαφοροποιήσεις γίνονται δημόσιες.
Υπουργοί διορθώνονται από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, υπουργοί παίρνουν αποστάσεις από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, βουλευτές συγκρούονται δημοσίως με συνεργάτες κορυφαίων υπουργών και το Μέγαρο Μαξίμου αναγκάζεται επανειλημμένα να επαναφέρει την κυβερνητική «γραμμή».
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας που κανείς στη ΝΔ δεν μπορεί να ποσοτικοποιήσει με ασφάλεια:
ο Αντώνης Σαμαράς και το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος.
Η ΔΕΘ δεν έφερε τη μεγάλη δημοσκοπική ανατροπή
Οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά τη ΔΕΘ δεν δείχνουν κατάρρευση της Νέας Δημοκρατίας. Δείχνουν όμως ότι οι εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν προκάλεσαν κάποια θεαματική μεταβολή του πολιτικού σκηνικού.
Στην Prorata η ΝΔ καταγράφηκε στο 25,5% στην πρόθεση ψήφου, σημειώνοντας άνοδο μόλις μισής μονάδας σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση.
Στην Opinion Poll καταγράφηκε στο 25,7% στην πρόθεση ψήφου και στο 31% στην εκτίμηση.
Στην Pulse επίσης διατηρεί καθαρό προβάδισμα, αλλά η αξιολόγηση των εξαγγελιών της ΔΕΘ δείχνει σημαντική δυσπιστία των πολιτών.
Άρα το πρόβλημα για τη ΝΔ δεν είναι ότι έχασε ξαφνικά την πρώτη θέση.
Είναι ότι η ΔΕΘ δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να έχει δημιουργήσει το ισχυρό πολιτικό restart που θα μπορούσε να αλλάξει αποφασιστικά τους συσχετισμούς.
Και ακριβώς μέσα σε αυτό το περιβάλλον άρχισαν να πολλαπλασιάζονται τα δημόσια «αδειάσματα».
Πρώτο επεισόδιο: Η Ζαχαράκη και τα σχολικά βιβλία
Η πρώτη μεγάλη δημόσια αναταραχή προκλήθηκε από τις αντιδράσεις για αναφορές σε οικογένειες με γονείς του ίδιου φύλου σε νέα σχολικά βιβλία του Δημοτικού.
Το θέμα προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό της ΝΔ, ιδιαίτερα από στελέχη που θεωρούν ότι τέτοιες επιλογές απομακρύνουν το κόμμα από ένα κομμάτι της παραδοσιακής συντηρητικής βάσης του.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ζήτησε προσοχή ως προς το περιεχόμενο των βιβλίων, ενώ από το υπουργείο Παιδείας δόθηκαν διαφορετικοί τόνοι, με αναφορά στις θεσμικές διαδικασίες αξιολόγησης του εκπαιδευτικού υλικού.
Στη συνέχεια παρενέβη και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, στηρίζοντας ουσιαστικά τη Σοφία Ζαχαράκη, ενώ η υπουργός ξεκαθάρισε ότι τυχόν λάθη μπορούν να διορθωθούν, αλλά δεν τίθεται ζήτημα λογοκρισίας.
Το περιστατικό είχε όμως ήδη αποκαλύψει κάτι βαθύτερο:
ότι το ζήτημα της πολιτικής φυσιογνωμίας της ΝΔ και της σχέσης της με την παραδοσιακή δεξιά βάση παραμένει ανοιχτό.
Και πλέον υπάρχει ένας επιπλέον λόγος που κάθε τέτοια συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Ο Σαμαράς.
Δεύτερο επεισόδιο: Ο Φλωρίδης, η ακυβερνησία και το «ντου» της Τουρκίας
Ακολούθησε η υπόθεση Φλωρίδη.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης συνέδεσε το ενδεχόμενο πολιτικής αστάθειας και ακυβερνησίας με τον κίνδυνο να επιχειρήσει η Τουρκία να εκμεταλλευτεί μια τέτοια κατάσταση.
Η χαρακτηριστική αναφορά περί ενδεχόμενου «ντου από απέναντι» προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Άδωνις Γεωργιάδης, επικαλούμενος ιστορικά παραδείγματα στα οποία η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε περιόδους ελληνικής πολιτικής αστάθειας.
Το Μέγαρο Μαξίμου όμως αναγκάστηκε να κατεβάσει τους τόνους.
Ο Παύλος Μαρινάκης ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει ένδειξη θερμού επεισοδίου και ότι δεν υπάρχει λόγος να δημιουργείται πανικός στους πολίτες.
Ακόμη ένα κυβερνητικό μήνυμα χρειαζόταν διόρθωση.
Και ακόμη μία συζήτηση που θα μπορούσε να έχει παραμείνει στο επίπεδο της πολιτικής επιχειρηματολογίας μετατράπηκε σε εσωτερικό κυβερνητικό ζήτημα.
Και μετά ήρθε η Κεραμέως να «αδειάσει» τον Μαρινάκη
Το επόμενο επεισόδιο ήταν ίσως ακόμη πιο χαρακτηριστικό.
Αυτή τη φορά δεν ήταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος που κλήθηκε να διορθώσει υπουργό.
Ήταν υπουργός που αναγκάστηκε να πάρει δημοσίως αποστάσεις από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο.
Ο Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι, κατά την προσωπική του άποψη, το επίδομα ανεργίας δεν θα πρέπει να καταβάλλεται για διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών.
Η δήλωση προκάλεσε αμέσως πολιτική αντιπαράθεση, με την αντιπολίτευση να θέτει το ερώτημα εάν πίσω από την τοποθέτηση υπάρχει κυβερνητικός σχεδιασμός.
Η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως παρενέβη ξεκάθαρα.
Δήλωσε ότι πρόκειται για «αυστηρά προσωπική θέση» του κυβερνητικού εκπροσώπου και ότι δεν αποτελεί ούτε θέση του υπουργείου ούτε θέση της κυβέρνησης.
Πήγε μάλιστα ένα βήμα παραπέρα, υπενθυμίζοντας ότι το επίδομα ανεργίας είναι ασφαλιστικό και ανταποδοτικό δικαίωμα των εργαζομένων και όχι προνοιακή παροχή.
Η εικόνα ήταν ασυνήθιστη.
Ο άνθρωπος που θεσμικά εκφράζει καθημερινά την επίσημη κυβερνητική θέση διατύπωσε μια «προσωπική θέση» για ένα μείζον θέμα κοινωνικής πολιτικής και η αρμόδια υπουργός χρειάστηκε να διευκρινίσει δημοσίως ότι αυτή δεν είναι κυβερνητική πολιτική.
Λαζαρίδης – Δένδιας: Η σύγκρουση βγήκε στα social media
Και πριν καταλαγιάσει αυτή η υπόθεση, ακολούθησε ένα διαφορετικό επεισόδιο.
Ο βουλευτής της ΝΔ Μακάριος Λαζαρίδης εξαπέλυσε δημόσια επίθεση εναντίον του διευθυντή του γραφείου του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια.
Αιτία;
Όπως ο ίδιος υποστήριξε, τηλεφώνημα και μήνυμά του προς τον συνεργάτη του υπουργού έμειναν αναπάντητα.
Ο βουλευτής χρησιμοποίησε μάλιστα βαριές εκφράσεις περί «έπαρσης» και «αλαζονείας».
Η συνέχεια είχε ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον.
Ο Λαζαρίδης αντικαταστάθηκε από τη θέση του εισηγητή σε δύο κυρώσεις αρμοδιότητας του υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές ερμηνείες που δόθηκαν για το ποιος «άδειασε» ποιον, το πολιτικό αποτέλεσμα ήταν συγκεκριμένο:
μία εσωτερική σύγκρουση της κυβερνητικής παράταξης είχε μεταφερθεί πλέον σε δημόσια θέα.
Ο Σαμαράς αλλάζει τον βαθμό δυσκολίας
Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν σε διαφορετική πολιτική συγκυρία να θεωρηθούν μεμονωμένα περιστατικά.
Το πρόβλημα για τη ΝΔ είναι ότι συμβαίνουν ταυτόχρονα και ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η συζήτηση για το νέο πολιτικό εγχείρημα του Αντώνη Σαμαρά.
Κανείς δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να γνωρίζει πόση εκλογική επιρροή θα είχε ένα κόμμα Σαμαρά.
Ούτε είναι δυνατόν να εξαχθεί ασφαλής πρόβλεψη πριν ακόμη ανακοινωθεί επισήμως ο νέος φορέας, οι συνεργάτες του και το πρόγραμμά του.
Για τη Νέα Δημοκρατία, όμως, υπάρχει ένα αντικειμενικό πρόβλημα:
ο Σαμαράς δεν απευθύνεται σε ένα εντελώς ξένο πολιτικό ακροατήριο.
Υπήρξε πρόεδρος της ΝΔ και πρωθυπουργός με τη ΝΔ.
Γνωρίζει το κόμμα, τα στελέχη και κυρίως το πολιτικό λεξιλόγιο της παραδοσιακής δεξιάς βάσης.
Γι’ αυτό κάθε εσωτερική αντιπαράθεση για ζητήματα ταυτότητας αποκτά πλέον διαφορετικό βάρος.
Το πρόβλημα δεν είναι ένα «άδειασμα» – Είναι η συχνότητά τους
Μία δημόσια διαφοροποίηση μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε κυβέρνηση.
Δύο επίσης.
Όταν όμως μέσα σε λίγες ημέρες συσσωρεύονται υποθέσεις στις οποίες κυβερνητικά στελέχη αναγκάζονται να διορθώνουν, να αποσαφηνίζουν ή να παίρνουν αποστάσεις το ένα από το άλλο, δημιουργείται πολιτική εικόνα έλλειψης συντονισμού.
Ζαχαράκη.
Φλωρίδης.
Μαρινάκης.
Κεραμέως.
Λαζαρίδης και το περιβάλλον Δένδια.
Πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις, με διαφορετική αφετηρία και διαφορετική πολιτική βαρύτητα.
Το κοινό στοιχείο όμως είναι ότι οι διαφωνίες δεν έμειναν πίσω από τις κλειστές πόρτες.
Βγήκαν δημόσια.
Και αυτή είναι η σημαντικότερη αλλαγή.
Το δύσκολο φθινόπωρο για το Μαξίμου
Το Μέγαρο Μαξίμου καλείται τώρα να διαχειριστεί ταυτόχρονα τρία διαφορετικά μέτωπα.
Την προσπάθεια ανάκτησης πολιτικής δυναμικής μετά τη ΔΕΘ.
Τη διατήρηση της συνοχής κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής ομάδας.
Και τις ανακατατάξεις στα δεξιά της ΝΔ, με σημαντικότερο άγνωστο παράγοντα το ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά.
Οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν σήμερα ότι η ΝΔ χάνει την πρώτη θέση.
Δείχνουν όμως ότι το μεγάλο στοίχημα της επαναφοράς σε επίπεδα που θα έκαναν ευκολότερη την επίτευξη αυτοδυναμίας παραμένει δύσκολο.
Και σε μια τέτοια συγκυρία, κάθε δημόσια σύγκρουση αποκτά μεγαλύτερη σημασία από όση θα είχε σε περίοδο πολιτικής άνεσης.
Γιατί το πρόβλημα για μια κυβέρνηση δεν αρχίζει όταν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις.
Αρχίζει όταν οι διαφορετικές απόψεις μετατρέπονται σε δημόσια «αδειάσματα», οι διορθώσεις γίνονται καθημερινότητα και οι προσωπικές αντιπαραθέσεις αρχίζουν να παράγουν πολιτικό αποτέλεσμα.
Και αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που καλείται τώρα να αναστρέψει το Μαξίμου.



